martedì 10 dicembre 2019




Σπλαιον ετρεπζου· , μνὰς γὰρ κει, μβρυον φέρουσα Χριστν. Φάτνη δὲ ποδέχου, τν τ λγ λσαντα τς λγου πράξεως, μς τος γηγενες. Ποιμένες γραυλοντες, μαρτυρετε θαμα τ φρικτν, κα Μάγοι κ Περσδος, χρυσν κα λβανον κα σμρναν τ Βασιλε προσάξατε, τι φθη Κριος κ Παρθένου μητρς· νπερ κα κψασα δουλικς, Μτηρ προσεκνησε, κα προσεφθέγξατο, τ ν γκάλαις ατς· Πς νεσπάρης μοι; πς μοι νεφης, λυτρωτς μου κα Θες;
Prepàrati, o grotta: perché viene l’agnella, portando in seno il Cristo. Ricevi, o greppia, colui che con la parola ha liberato noi abitanti della terra dal nostro agire contro ragione. Pastori che pernottate nei campi, testimoniate il tremendo prodigio. E voi magi dalla Persia, offrite al Re oro, incenso e mirra: perché è apparso il Signore dalla Vergine Madre. Inchinandosi davanti a lui come serva, la Madre lo ha adorato, dicendo a colui che portava fra le braccia: Come sei stato seminato in me? O come in me sei stato generato, mio Redentore e Dio?

Χριστούγεννα / Natale 2019




          Ο εορτασμός της Γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού για μας τους χριστιανούς είναι μία μεγάλη στιγμή θείας χάρης, την οποία η Εκκλησία μας δίνει κάθε χρόνο, όχι μόνο για να τελέσουμε τη μνήμη της γιορτής, αλλά προπάντων για να ζήσουμε την πίστη μας στον Κύριο, στον Υιό και Λόγο του Θεού, ο οποίος ενσαρκώθηκε από το Άγιο Πνεύμα και από την Αγία Παρθένο Μαρία, έγινε άνθρωπος ανάμεσά μας, περπάτησε και περπατά δίπλα μας.
          Ως προετοιμασία στην προσευχή και στον εορτασμό μέσα στην πίστη μας, σας προτείνω την ανάγνωση ενός τροπαρίου το οποίο ψέλνουμε στις ημέρες που προηγούνται τα Χριστούγεννα, και το οποίο συνθέτει την ίδια την ομολογία της πίστεώς μας, εκείνο ή καλύτερα Εκείνον που είναι το επίκεντρο της πίστεως μας και της ζωής μας.  Πρόκειται για ένα κείμενο πολύ ωραίο και πολύ βαθύ, γεννημένο από την ανάγνωση του Λόγου του Θεού, και επομένως μας οδηγεί σε μία ζωντανή επαφή με την πηγή της χριστιανικής ζωής μας. Είναι ένα τροπάριο το οποίο διαβάζουμε, ψέλνουμε, και προπάντων οφείλουμε να το ζούμε μέσα στον εαυτό μας. Αυτή  καθεαυτή η χρονική περίοδος πριν από τα Χριστούγεννα, σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση  δεν έχει μία μεγάλη ποσότητα κειμένων και τελετών, τα οποία να χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες. Έχουμε ασφαλώς μία χρονική περίοδο νηστείας σαράντα ημερών, και προσευχής οι οποίες μας προετοιμάζουν για τα Χριστούγεννα. Και μερικά τροπάρια λαμπρύνουν αυτές τις σαράντα μέρες, δίνοντας τους ένα βαθύτερο νόημα. Γι’ αυτόν τον λόγο σήμερα σας προτείνω την ανάγνωση αυτού του τροπαρίου:
«Σπλαιον ετρεπζου· , μνς γρ κει, μβρυον φρουσα Χριστν. Φτνη δ ποδχου, τν τ λγ λσαντα τς λγου πρξεως, μς τος γηγενες. Ποιμνες γραυλοντες, μαρτυρετε θαμα τ φρικτν, κα Μγοι κ Περσδος, χρυσν κα λβανον κα σμρναν τ Βασιλε προσξατε, τι φθη Κριος κ Παρθνου μητρς· νπερ κα κψασα δουλικς, Μτηρ προσεκνησε, κα προσεφθγξατο, τ ν γκλαις ατς Πς νεσπρης μοι; πς μοι νεφης, λυτρωτς μου κα Θες;»

          Όπως και σε άλλα τροπάρια, στο κείμενο αυτό βρίσκουμε ως πρωταγωνιστές όχι μονάχα πρόσωπα αλλά και στοιχεία, πράγματα τα οποία γίνονται τύπος, συμβολισμός άλλων πραγματικοτήτων. Ποια είναι τα πρόσωπα, και τα πράγματα που εμφανίζονται στο κείμενό μας; Το σπήλαιον, η φάτνη, οι ποιμένες, οι μάγοι, η Μητέρα του Θεού, με τους τίτλους Αμνάς, Παρθένος και Μητέρα. Όλο το τροπάριο είναι μία παράφραση των ευαγγελικών κειμένων Λκ. 2 και Ματθ.2 Οι διάφορες μορφές που εμφανίζονται στο κείμενο εκτός από τον πρωταρχικό και ιδιαίτερό τους ρόλο (το σπήλαιο που υποδέχεται… την φάτνη η οποία εμπεριέχει…), γίνονται τύποι, σύμβολα μίας άλλης πραγματικότητας. Σημειώστε ότι το σπήλαιον αναφέρεται σε δεύτερο πρόσωπο: «Σπλαιον ετρεπζου·..»  χρησιμοποιώντας  την προστακτική του ρήματος («ευτρεπίζου») θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε τη λέξη: «προετοιμάσου με ευπρέπεια…» «προετοιμάσου με τρόπο αντάξιο…» «γίνε έτοιμη…» Κατά βάθος, λέγοντας στο σπήλαιο «ευτρεπίζου» δηλαδή «προετοιμάσου αντάξια», το λέμε στην ίδια την Εκκλησία, στον ίδιο τον εαυτό μας, αυτό το σπήλαιον γίνεται ο τύπος μας, η εικόνα της Εκκλησίας.  Για να υποδεχθεί ποιον; Για να υποδεχθεί τον Χριστό, τον αμνό του Θεού, τον οποίο εγκυμονεί στα σπλάχνα της η Μητέρα του, η Αμνάς, ένα τίτλος που θα αποδοθεί και πάλι στην Μαρία από τα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδας. Εδώ το τροπάριο επαναλαμβάνει το κείμενο του Ιω. 1, 29, 36 ο τίτλος της Αμνάς δοσμένος στη Μητέρα του Θεού, συνδέεται με τη θεϊκή της μητρότητα. Η κατάλληλη προετοιμασία μας είναι επίσης η προετοιμασία μας στην Θεία Λειτουργία, (με τρόπο συμβολικό στη μεγάλη είσοδο), και είναι η προετοιμασία την οποία πρέπει να ζει ο καθένας μας, όλοι οι χριστιανοί, όταν λαβαίνουμε τα Άγια Δώρα στη Θεία Λειτουργία. Αφήστε  να αντηχήσει μέσα στην καρδιά σας αυτό το ρήμα «ευτρεπίζου», δηλαδή προετοιμάσου αντάξια.
          Στην συνέχεια έρχεται η εικόνα της φάτνης θυμηθείτε ότι η αγιογραφία παρουσιάζει τη φάτνη σαν ένα τάφο, σαν μία σαρκοφάγο. Το τροπάριο συνδέει τη φάτνη με ένα λογοπαίγνιο πολύ ωραίο: «Φάτνη δε υποδέχου, τον τω λόγω λύσαντα, της αλόγου πράξεως ημάς τους γηγενείς», δηλαδή «Φάτνη υποδέξου αυτόν ο οποίος με τον λόγο απελευθέρωσε εμάς, τους κατοίκους της γης, από την παράλογη πράξη της ζωής μας». Η σωτηρία του Χριστού μας οδηγεί και μας επαναφέρει στον ίδιο τον Χριστό. Ο Λόγος μας ξαναδίνει τη δύναμη της λογικής, τη δύναμη του ίδιου του Λόγου. Από τους ποιμένες, οι οποίοι αγρυπνούν στους αγρούς, μέσα στη μοναξιά, το κείμενο ζητά να γίνουν αυτόπτες μάρτυρες του μυστηρίου: φαίνεται σαν το κείμενο να ήθελε για τους ποιμένες να περάσουν από την μοναξιά στην εκκλησιαστική κοινωνία. Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος στα πρόσωπα των ποιμένων του Λκ.2 βλέπει την εικόνα των μοναχών, των απομονωμένων ανθρώπων, οι οποίοι  κατοικούν έξω, έξω από τις πόρτες αλλά και αυτοί δίνουν την μαρτυρία τους για το μυστήριο της Ενσαρκώσεως. Σημειώστε ακόμα και την παρουσία μέσα στο τροπάριο των μάγων οι οποίοι προσφέρουν τα δώρα τους, οι μάγοι αυτοί βρίσκονται σε παραλληλισμό με τις τρεις μυροφόρες γυναίκες, οι οποίες θα προσφέρουν τα δικά τους δώρα σ’ Εκείνον ο οποίος μία μέρα θα γίνει επίσης δεκτός από μία άλλη σπηλιά, από μία άλλη φάτνη, τον τάφο του.
          Το συμπέρασμα του τροπαρίου συγκεντρώνεται στην Μαρία, με εικόνες αντιθετικές: ο Κύριος εμφανίζεται από Μητέρα Παρθένο…., η Μητέρα ως δούλη Κυρίου προσκυνά τον Υιό της. Επομένως το τροπάριο είναι μία ομολογία πίστεως πολύ καθαρή. Δεν λέει «ο Ιησούς που γεννιέται από την Μαρία», αλλά συνειδητά ομολογεί: «ο Κύριος εμφανίζεται, φανερώνεται, από την Παρθένο Μαρία». Πρόκειται ασφαλώς για ένα ωραίο κείμενο, αλλά όχι μόνο αυτό. Πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο αφορά στον καθένα μας και μας δεσμεύει ως χριστιανούς. Γιατί πίσω από αυτό το κείμενο υπάρχει το Ευαγγέλιο του Χριστού, το μυστήριο της γεννήσεως του Χριστού, της ενσαρκώσεως του, της ζωής του ανάμεσά μας. Έπειτα αν σας έλεγα ότι το σπήλαιο είναι η εικόνα της Εκκλησίας της εκκλησιαστικής κοινότητας, στην οποία απευθύνεται η λέξη «ευτρεπίζου», εννοούσα επίσης ότι το σπήλαιο είναι η εικόνα και του καθενός μας, της ανθρώπινης φύσεως προς την οποία απευθύνεται η λέξη αυτή.
          Επομένως όλοι εμείς κατά τα φετινά Χριστούγεννα αλλά και κάθε μέρα της χριστιανικής ζωής μας, οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι, έτοιμοι. Αλλά για ποιο λόγο; Για ποιο πράγμα; Έτοιμοι για ποιόν; Οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι για να υποδεχθούμε αντάξια τον Χριστό, και να τον μαρτυρήσουμε επίσης αντάξια στους άλλους. Δεν τον υποδεχόμαστε μονάχα για τον εαυτό μας: οι ποιμένες μάρτυρες μέσα στη σιωπή, κατοικώντας έξω από τα σπίτια τους, γίνονται μάρτυρες του Χριστού! Και εδώ θέλω να επιστήσω την προσοχή σας σε ένα σημείο: τα Χριστούγεννα, ως ταυτόχρονα και κοινωνική γιορτή, μέσα στον κόσμο που μας περιβάλλει, έχουν πάρει ειδωλολατρική μορφή. Και αυτή η μορφή δεν συνιστάται μονάχα στον ξέφρενο καταναλωτισμό, αλλά και προπάντων στο περιεχόμενο του επίκεντρου εκείνου ή σωστότερα σε Εκείνον τον οποίο γιορτάζουμε. Μην ξεχνάτε ότι στα Χριστούγεννα γιορτάζουμε τον Χριστό, και μονάχα Αυτόν. Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι το σπουδαιότερο από όλα είναι ο ίδιος ο Χριστός.
Να μαρτυρώ για τον Χριστό, να ζω να ενεργώ ως χριστιανός, και όχι στην απομόνωση, ή σε ένα μικρό κύκλο όπου αισθάνομαι άνετα, αλλά μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα, και με όλα τα προνόμια και ελαττώματα, που έχω και είμαι. Ας προσπαθήσουμε κατά τις μέρες αυτές των Χριστουγέννων να επανεξετάσουμε γαλήνια, χωρίς αγωνία, αλλά με διαύγεια, ότι αποτελεί μέσα μας πηγή εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον εαυτό μας, με τους άλλους, με τον Κύριο, και να επανεξετάζουμε επίσης αυτό το οποίο μπροστά στον Κύριο, μπροστά στους άλλους, και κατά βάθος μπροστά στον ίδιο τον εαυτό μας, αποτελεί πέτρα σκανδάλου, αμαρτία απομονώσεως, περιφρονήσεως, εγκατάλειψης αναισθησίας.
          Σας προτείνω να ξαναδιαβάσετε το τροπάριο στην αρχή αυτής της επιστολής όπως και το κείμενο της επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς τους Ρωμαίους, Ρμ. 12, 15: «Να χαίρεστε με όσους χαίρονται και να κλαίτε με όσους κλαίνε». Μερικές φορές σκέπτομαι ότι να κλαίμε με όσους κλαίνε αποβαίνει πιο εύκολο –δεν λέω πιο επιπόλαιο, αλλά ίσως πιο εύκολο. Η συμπόνια γεννιέται, αναβλύζει σχεδόν  κανονικά από την καρδιά μας, και είναι φυσιολογική για τον άνθρωπο. Αλλά να χαίρεται κανείς με όσους χαίρονται, απαιτεί θα έλεγα μία πολύ μεγαλύτερη δόση γενναιοδωρίας δεν είναι πάντοτε εύκολο να δεχθεί κανείς ότι ο συνάνθρωπός του είχε τη χαρά ενός δώρου ή μία χάρης μικρής ή μεγάλης. Στους μαιάνδρους της καρδιάς μας κρύβονται πολλές φορές τόσες και τόσες ζηλοτυπίες και τόσοι φθόνοι. Προσέξτε ότι πολλές φορές στη χριστιανική μας ζωή οφείλουμε να συμπονούμε, αλλά οφείλουμε επίσης να «συγχαιρόμαστε» να συμμετέχουμε στην χαρά εκείνων που χαίρονται.
          Αν θυμάστε στη ζωή του Αγίου Αντωνίου του ερημίτη, γραμμένη από τον Άγιο Αθανάσιο της Αλεξανδρείας, μετά τους μεγάλους αγώνες του εναντίων των δαιμόνων, ο Αντώνιος ύψωσε τη φωνή του, σαν παράπονο προς τον Κύριο: «Που ήσουν Κύριε όταν εγώ αγωνιζόμουν;» Και ο Κύριος του απάντησε: «Ήμουν δίπλα σου για να σε σηκώσω αν έπεφτες». Όλοι έχουμε ζήσει και ασφαλώς θα ξαναζήσουμε ακόμα, στιγμές μοναξιάς, στιγμές ερημικές, στιγμές ίσως ακόμα και εγκατάλειψης, στιγμές κατά τις οποίες θα θέλαμε να πούμε: «Κύριε που ήσουν;» «Ήμουν δίπλα σου…» απάντησε ο Κύριος στον Άγιο Αντώνιο. Ο Κύριος είναι δίπλα στους χριστιανούς, δίπλα στην Εκκλησία του, δίπλα σ’ εμάς, διότι βρίσκεται δίπλα σε όλους όσους τον αναζητούν με ειλικρινή καρδιά, όπως λέει και ο ψαλμωδός.  Στην ίδια αυτή γραμμή υπάρχει και ένα άλλο κείμενο, αυτήν τη φορά στην Παλαιά Διαθήκη, το οποίο τραβά πάντοτε την προσοχή μου, είναι το κείμενο του Δανιήλ 3, 49-92: «Ο άγγελος του Κυρίου κατέβηκε μαζί με τον Ανανία και τους συντρόφους του μέσα στο καμίνι…» Ο άγγελος, ο ίδιος ο Κύριος, περπατά δίπλα στους τρεις νέους μέσα στο καμίνι. Ο Κύριος είναι αυτός που περπατά πάντοτε δίπλα μας. Γιατί αυτός ο Κύριος, ενσαρκώθηκε και γεννήθηκε ανάμεσά μας. Στη ζωή μας ως χριστιανοί δεν είμαστε ποτέ μόνοι, έστω και αν μερικές φορές ή συχνά έχουμε την εμπειρία της μοναξιάς, ακόμα και της εγκατάλειψης, θυμηθείτε πόσες φορές στο Ευαγγέλιο ο ίδιος ο Χριστός επιμένει ότι βρίσκεται ανάμεσά μας, και ότι ποτέ δεν θα μας στερήσει την παρουσία του.
          Εφόσον ο άνθρωπος δεν μπορούσε να φτάσει στον Θεό, ο Θεός ήρθε στον άνθρωπο, ταυτιζόμενος ολοκληρωτικά με αυτόν, στο πρόσωπο του Χριστού. «Εκείνος αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου», μας λέει ο απόστολος Παύλος στην προς Φιλιππισίους επιστολή του. Ο αιώνιος Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος βαδίζει μαζί μας, στις δικές μας ερήμους, Εκείνος βρίσκεται εκεί και ξαναδίνει ζωή, αποκαθιστά την ανθρώπινη φύση μας και την κάνει δική του. Όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας: Αυτός ο Θεός μας, είναι επίσης και αδελφός μας.
Θέλω να τελειώσω με ένα κείμενο πολύ ωραίο, του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, το οποίο κατά κάποιο τρόπο συνοψίζει όλα όσα προσπάθησα να πω:
«Ποιον έχουμε, Κύριε, όπως εσένα; Είσαι ο μεγάλος, ο οποίος έγινε μικρός. Ο άγρυπνος ο οποίος αποκοιμήθηκε. Ο αγνός ο οποίος βαπτίσθηκε. Ο ζων, ο οποίος απέθανε. Ο βασιλιάς, ο οποίος ταπεινώθηκε ο ίδιος, για να εξασφαλίσει τιμή σε όλους….. Είναι δίκαιο για τον άνθρωπο να αναγνωρίσει την θεότητά σου, είναι δίκαιο για τους αγγέλους να τιμούν την ανθρώπινη φύση σου. Οι άγγελοι έμειναν κατάπληκτοι βλέποντας τη μικρότητα σου, και οι άνθρωποι (έμειναν κατάπληκτοι βλέποντας) την εξύψωση σου».
          Εύχομαι σε όλους, στους Ιερείς, στις Αδελφές και στους Πιστούς της Καθολικής Εξαρχίας μας, και σε όλους τους αδελφούς και φίλους μας: «Άγια Χριστούγεννα»

+ O Καρκαβίας Εμμανουήλ Νιν
Επίσκοπος-Έξαρχος Ελληνορρύθμων Καθολικών Ελλάδος




          La celebrazione della Nascita di nostro Signore Gesù Cristo è per noi cristiani un momento di grazia che la Chiesa ci dà ogni anno non soltanto per far memoria, ma per celebrare e soprattutto per vivere la nostra fede nel Signore, il Figlio e Verbo di Dio che dallo Spirito Santo e dalla Santa Madre di Dio si è incarnato, si è fatto uno di noi, ha camminato e cammina accanto a noi.
          Vi propongo come preparazione nella preghiera e celebrazione nella fede, la lettura di un tropario che cantiamo nei giorni precedenti il Natale e che riassume la nostra stessa professione di fede, quello o meglio Colui che è il centro della nostra fede e della nostra vita. Si tratta di un testo molto bello e profondo, nato da una lettura della Parola di Dio e, quindi, ci riporta a un contatto vivo con quella che è la fonte della nostra vita cristiana. È un tropario che leggiamo, che cantiamo e soprattutto che dobbiamo vivere in noi stessi. In sé stesso, il periodo precedente al Natale non ha, nella tradizione bizantina, una quantità di testi e celebrazioni che ne facciano un periodo particolarmente notevole. Abbiamo sì un periodo di digiuno di quaranta giorni, di preghiera che ci prepara al Natale. E alcuni tropari scandiscono questi quaranta giorni, dandone il senso più profondo. Per questo vi propongo oggi la lettura di questo tropario:
Prepàrati, o grotta: perché viene l’agnella, portando in seno il Cristo. Ricevi, o greppia, colui che con la parola ha liberato noi abitanti della terra dal nostro agire contro ragione. Pastori che pernottate nei campi, testimoniate il tremendo prodigio. E voi magi dalla Persia, offrite al Re oro, incenso e mirra: perché è apparso il Signore dalla Vergine Madre. Inchinandosi davanti a lui come serva, la Madre lo ha adorato, dicendo a colui che portava fra le braccia: Come sei stato seminato in me? O come in me sei stato generato, mio Redentore e Dio?
          Come in altri dei tropari, troviamo chiamati in causa nel nostro testo, come attori non soltanto le persone ma anche gli elementi, le cose che diventano tipo, figura, di altre realtà. Quali sono i personaggi, le cose, che appaiono nel nostro testo? La grotta, la greppia (mangiatoia), i pastori, i magi, la Madre di Dio, col titolo di Agnella, Vergine e Madre. Il tropario è tutta una parafrasi dei testi evangelici Lc 2 e Mt 2. Le diverse figure che appaiono nel testo, dopo il loro ruolo iniziale e proprio: la grotta che riceve, che accoglie…, la mangiatoia che contiene…, diventano tipo, figura di un’altra realtà. Notate che la grotta viene invocata in seconda persona: “tu grotta preparati…”, usando l’imperativo greco ετρεπζου che si potrebbe tradurre anche come “preparati convenientemente…”, “in modo degno…”, “tieniti pronta…” In fondo dire alla grotta “tieniti pronta, prepàrati” è dirlo alla stessa Chiesa, è dirlo a noi stessi; quella, la grotta, ne diventa il tipo, la figura. Per accogliere chi? Per accogliere Cristo, l’agnello, che viene portato da sua Madre, l’agnella, titolo che di nuovo verrà dato a Maria nei tropari della Settimana Santa. Qui il tropario riprende il testo di Gv 1, 29.36; il titolo di Agnella dato alla Madre di Dio va legato alla sua divina maternità. Prepararsi convenientemente è anche quello che facciamo nella Divina Liturgia –simbolicamente nel grande ingresso- ed è quello che dovremmo vivere ognuno di noi, cristiani, quando riceviamo i Santi Doni nella Divina Liturgia. Lasciate risuonare nel vostro cuore questo ετρεπζου, questo “prepàrati”.
          L’immagine ancora della greppia o mangiatoia; ricordate che l’iconografia rappresenta la greppia come un sepolcro, sarcofago. Il tropario la collega a un gioco di parole molto bello: “colui che con la parola ha liberato noi abitanti della terra dal nostro agire contro ragione…”; colui che libera con la parola dall’agire senza parola, lontano dalla parola. La salvezza di Cristo ci porta, o ci riporta a Cristo stesso. La Parola ci ridà la forza della ragione, della Parola stessa. Dei pastori, che pernottano nei campi, nella solitudine, il testo chiede che diventino testimoni, martiri potremmo dire, del mistero; sembra come se il testo volesse che dall’isolamento i pastori passassero alla comunione. Sant’Efrem il Siro vede nei pastori di Lc 2 l’immagine dei monaci, dei solitari, che abitano fuori, fuori dalle porte, ma che danno testimonianza anche loro del mistero dell’Incarnazione. Notate ancora la presenza, nel tropario, dei magi che offrono i loro doni, visti sempre, i magi, in parallelo con le tre donne mirrofore che offriranno i loro doni a Colui che un giorno pure verrà accolto da un’altra grotta, da un’altra greppia, il suo sepolcro. La conclusione del tropario si concentra in Maria, con delle immagini contrastanti: il Signore che appare dalla Vergine Madre…, la Madre che, come serva lo adora. Il tropario è quindi una confessione di fede molto chiara, non dice: “Gesù che nasce da Maria” ma volutamente confessa: “il Signore che appare, si manifesta, dalla Vergine Madre”.
          Si tratta senz’altro di un bel testo, ma non soltanto questo. Si tratta di un testo che, ad ognuno di noi, ci tocca e ci impegna come cristiani. Perché dietro questo testo c’è il vangelo di Cristo, il mistero della sua nascita, della sua incarnazione, della sua vita in mezzo a noi. Se vi dicevo, poi, che la grotta è immagine della Chiesa, della comunità ecclesiale, a chi viene chiesto di “tenersi pronta”, essa, la grotta, è immagine anche di ognuno di noi, della natura umana, a chi viene indirizzato quel “prepàrati”.
          Quindi tutti noi in questo Natale, ogni giorno della nostra vita cristiana dobbiamo essere preparati, pronti. Ma a che cosa? O per ché cosa? Pronti per chi? Pronti, preparati ad accogliere degnamente Cristo e a testimoniarlo pure degnamente agli altri. Non è soltanto per noi che lo accogliamo; i pastori, testimoni nella solitudine, nell’abitare oltre le porte, ne diventano martiri, testimoni! E qui vorrei attirare la vostra attenzione su un punto: il Natale, come celebrazione anche sociale, nel mondo che ci è attorno, si è paganizzato; e non soltanto nel consumismo sfrenato, ma anche e soprattutto nel contenuto nel centro di quello, o più giustamente, di Colui che si celebra. Non dimenticate che celebriamo Cristo e soltanto lui. Non dobbiamo dimenticare mai che quello che noi abbiamo di più caro come cristiani, di più prezioso è Cristo stesso.
          Testimoniare Cristo, vivere, agire da cristiani, e non nell’isolamento o in una piccola cerchia in cui mi ci trovo bene, ma nella comunità ecclesiale; e con tutti i pregi ed i difetti che io ho e che ci sono. Cerchiamo, in questi giorni di Natale di rivedere, serenamente, senza angoscia ma lucidamente, quello che in noi è fonte di comunione con sé stesso, con gli altri, con il Signore, ed anche quello che verso il Signore, verso gli altri ed in fondo verso noi stessi è pietra di inciampo, peccato di isolamento, di disprezzo, di abbandono, di noncuranza.
          Vi suggerisco di rileggere il tropario dell’inizio di questa lettera ed anche il testo della lettera di San Paolo ai Romani, Rm 12,15: “rallegrarsi con quelli che si rallegrano, piangere con quelli che piangono”. Delle volte penso che piangere con quelli che piangono risulta più facile –non dico più superficiale, ma forse più facile; la compassione nasce, scaturisce quasi normalmente dal nostro cuore, ed è naturale che sia così. Ma rallegrarsi con quelli che sono nella gioia, richiede, direi, una dosi di generosità molto più grande; non è sempre facile accettare che l’altro abbia avuto la gioia di un dono o una grazia piccolo o grande. Nei meandri del nostro cuore si nascondono tante volte l’invidia, la gelosia. Guardate che tante volte nella nostra vita cristiana dovremo sì compatire, ma anche “congodere”, essere nella gioia con coloro che sono nella gioia.
Se ricordate, nella vita di sant’Antonio del deserto scritta da Sant’Atanasio di Alessandria, dopo le grandi lotte di Antonio con i demoni, c’è quella sua esclamazione, quasi un rimprovero fatto al Signore: “Dove eri, Signore, mentre io lottavo?” E il Signore gli risponde: “Ero accanto a te per se cadevi”. Tutti abbiamo vissuto -e vivremo sicuramente- dei momenti di solitudine, di deserto, momenti forse anche di abbando­no; momenti in cui la voglia di dire: “Signore, dov’eri?” “Ero accanto a te...”, è la risposta del Signore ad Antonio. Lui è accanto ai cristiani, a noi, alla sua Chiesa; a tutti coloro che lo cercano con cuore sincero, come dice il salmista. In questa stessa linea, c’è un altro testo, questa volta dell’AT, che sempre ha attirato la mia attenzione; è il testo di Daniele 3,49.92: “L’angelo del Signore era sceso con Anania e i suoi compagni nella fornace...”. L’angelo, il Signore stesso, che cammina accanto ai tre giovani nella fornace. Il Signore che cammina sempre accanto a noi. Perché Li, il Signore, si è incarnato ed è nato in mezzo a noi. Nella nostra vita come cristiani non siamo mai da soli, anche se qualche volta o spesso facciamo l’esperienza della solitudine, pure dell’abbandon­o; ricordate tutte le volte che nel Vangelo si insiste -o Cristo steso insiste- che lui è e rimane in mezzo a noi, che la sua presenza non viene mai a mancare.
Dal momento che l’uomo non poteva arrivare a Dio, Dio è venuto all’uomo, identificandosi pienamente con l’uomo, in Cristo; Lui, “essendo per natura Dio, non stimò un bene irrinunciabile l'essere uguale a Dio, ma annientò sé stesso prendendo natura di servo”, come ci dice la lettera ai Filippesi. Il Logos eterno di Dio si è fatto uomo, cammina con noi nei nostri deserti, Lui è lì e risana e ristabilisce la nostra umanità e la prende su di sé. Come dicono i Padri: Lui, nostro Dio ed anche nostro fratello.
Voglio finire con un testo, molto bello, di sant’Efrem il Siro che in qualche modo raccoglie quanto ho cercato di dire:
Chi abbiamo, Signore, come te: Il grande che si fecce piccolo. L’insonne che si addormentò. Il puro che fu battezzato- Il vivente che morì. Il re che abbassò sé stesso per assicurare onore a tutti... È giusto che l’uomo riconosca la tua divinità, Signore, è giusto che gli angeli onorino la tua umanità. Gli angeli si stupirono al vedere la tua piccolezza, e gli uomini la tua esaltazione.

Auguro a tutti, sacerdoti, suore e fedeli dell’Esarcato, e a tutti i fratelli ed amici, un Santo Natale.
+P. Emmanuil Nin
Esarca Apostolico

Nessun commento:

Posta un commento