mercoledì 28 marzo 2018




Affresco della Discesa agli inferi.
Esarcato Apostolico. Atene
Χριστὸς ἀνέστη!
Ἀληθῶς νστη!

+ O Καρκαβίας Εμμανουήλ Νιν
Επίσκοπος-Έξαρχος Ελληνορρύθμων Καθολικών Ελλάδος

+ P. Manuel Nin
Esarca Apostolico per i cattolici di tradizione bizantina in Grecia


Κατήχηση του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Εισέλθετε πάντες στο συμπόσιο της πίστεως.

Η βυζαντινή λειτουργική παράδοση, κατά τον πασχαλινό εορτασμό της αναστάσεως του Κυρίου, στο τέλος της ιερής ακολουθίας του όρθρου, διαβάζει μία κατήχηση, μία πραγματική και αληθινή μυσταγωγία, αποδιδόμενη στον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο. Είναι ένα κείμενο σύντομο και πολύ ωραίο, στο οποίο κατά κάποιο τρόπο, βρίσκουμε μία σύνθεση όλων εκείνων τα οποία εμείς ως χριστιανοί τελούμε και ζούμε κατά το Πάσχα του Κυρίου: την ευσπλαχνία, την αγάπη, την επιθυμία μπορούμε να πούμε τη βιασύνη, με τα οποία ο Κύριος θέλει να υποδεχθεί όλους στο συμπόσιο του Πάσχα. Μετά από τη σαρακοστιανή πορεία, χαρακτηρισμένη από την προσευχή, τη νηστεία, την «προσπάθεια και την εργασία», όπως λέει η μοναστική παράδοση, η σύντομη αυτή κατήχηση γίνεται σχεδόν ένα βάλσαμο ευσπλαχνίας και παρηγοριάς για όλους τους χριστιανούς. Παρουσιάζουμε αυτό το κείμενο χωρισμένο σε τρία μέρη, και με σύντομο σχόλιο για κάθε μέρος.

E τις εσεβής καί φιλόθεος, πολαυέτω τς καλς ταύτης καί λαμπρς πανηγύρεως. Ε τις εγνώμων, εσελθέτω χαίρων ες τήν χαράν το Κυρίου ατο. Ε τις καμε νηστεύων, πολαυέτω νν τό δηνάριον. Ε τις πό τς πρώτης ρας εργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον φλημα. Ε τις μετά τήν τρίτην λθεν, εχαρίστως ορτασάτω. Ε τις μετά τήν κτην φθασε, μηδέν μφιβαλλέτω˙ καί γάρ οδέν ζημειοται. Ε τις στέρησεν ες τήν νάτην, προσελθέτω, μηδέν νδοιάζων. Ε τις ες μόνην φθασε τήν νδεκάτην, μή φοβηθ τήν βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ν Δεσπότης, δέχεται τόν σχατον καθάπερ καί τόν πρτον˙ ναπαύει τόν τς νδεκάτης, ς τόν ργασάμενον πό τς πρώτης˙ καί τόν στερον λεε καί τόν πρτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται˙ καί τά ργα δέχεται καί τήν γνώμην σπάζεται˙ καί τήν πρξιν τιμ καί τήν πρόθεσιν παινε.
Το κείμενο αρχίζει με μία πρόσκληση προς όλους τους ανθρώπους να συμμετέχουν στη μεγάλη γιορτή του Πάσχα του Κυρίου. Σαν ένα είδος κάλεσμα για να προσελκύσει την προσοχή, ο συντάκτης της κατηχήσεως σχολιάζει την παραβολή του Ματθ.20,  1 και συνέχεια, η οποία περιγράφει τον ιδιοκτήτη, που βγαίνει να συμφωνήσει με τους εργάτες, και υπογραμμίζει ότι η νηστεία, η άσκηση, η σαρακοστιανή κούραση είναι μία «εργασία» μία «προσπάθεια», την οποία πάντα δέχεται ο Κύριος αλλά αυτή η υποδοχή της εργασίας και της προσπάθειας από τον Κύριο προχωρά πέρα από τη φροντίδα, ακόμα και την καθυστέρηση εκείνων, οι οποίοι ολοκληρώνουν αυτήν την πορεία: «Γιατί  ο ιδιοκτήτης είναι γενναιόδωρος και υποδέχεται τον τελευταίο όπως και τον πρώτο». Η απολύτρωση την οποία πραγματοποιεί ο Χριστός, η απεριόριστη αγάπη του για τους ανθρώπους προεκτείνεται από την υποδοχή του έργου που εκπληρώθηκε μέχρι την γενναιοδωρία προς έστω και μόνη την επιθυμία να εκπληρωθεί αυτό το έργο. Ας προσέξουμε τις εκφράσεις του κειμένου: «Αυτός υποδέχεται…, ευαρεστείται…, τιμά…, επαινεί…» Η γενναιοδωρία του Θεού ξεπερνά την καιροσκοπία και την ανθρώπινη δέσμευση.

Οκον εσέλθετε πάντες ες τήν χαράν το Κυρίου μν˙ καί πρτοι καί δεύτεροι τόν μισθόν πολαύετε. Πλούσιοι καί πένητες μετλλήλων χορεύσατε˙ γκρατες καί ράθυμοι τήν μέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εφράνθητε σήμερον. τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. μόσχος πολύς, μηδείς ξέλθη πεινν. Πάντες πολαύσατε το συμποσίου τς πίστεως˙ πάντες πολαύσατε το πλούτου τς χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ φάνη γάρ κοινή Βασιλεία. Μηδείς δυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ κ το τάφου νέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ λευθέρωσε γάρ μς το Σωτρος θάνατος.
Το κείμενο υπογραμμίζει επίσης ότι όλοι είμαστε καλεσμένοι στο συμπόσιο της Βασιλείας, υπογραμμίζει και την αφθονία της τράπεζας, το δώρο του μόσχου του σιτευτού, συμβόλου της ευσπλαχνίας και της απέραντης αγάπης του Κυρίου. Είναι ένα συμπόσιο το οποίο χορταίνει την πείνα μας, συγχωρεί τα σφάλματά μας, μας ανασταίνει και μας απελευθερώνει από το θάνατο. Το κατηχητικό αυτό κείμενο παρουσιάζει τη θεϊκή υποδοχή, στην οποία όλοι είμαστε καλεσμένοι: «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες», «πλούσιοι και πένητες». Ο Κύριος δεν περιφρονεί τη δέσμευση, ούτε αρνείται τη μικρότητα της προσπάθειας, έστω και αν η προσπάθεια αυτή είναι ασήμαντη. Η συγχώρηση που βγήκε από τον τάφο η συγνώμη που ανάβλυσε από την ίδια την ανάσταση του Κυρίου, απλώνεται σε όλους.

σβεσεν ατόν, π’ ατο κατεχόμενος. σκύλευσε τόν δην κατελθών ες τόν δην. πίκρανεν ατόν, γευσάμενον τς σαρκός ατο. Καί τοτο προλαβών σαϊας βόησεν˙ δης φησίν, πικράνθη, συναντήσας σοι κάτω. πικράνθη˙ καί γάρ κατηργήθη. πικράνθη˙ καί γάρ νεπαίχθη. πικράνθη˙ καί γάρ νεκρώθη. πικράνθη˙ καί γάρ καθηρέθη. πικράνθη˙ καί γάρ δεσμεύθη. λαβε σμα καί Θε περιέτυχεν. λαβε γν καί συνήντησεν οραν. λαβεν περ βλεπε καί πέπτωκεν θεν οκ βλεπε. Πο σου, θάνατε, τό κέντρον; Πο σου, δη, τό νκος; νέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι. νέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες. νέστη Χριστός καί χαίρουσιν γγελοι. νέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται. νέστη Χριστός καί νεκρός οδείς πί μνήματος. Χριστός γάρ γερθείς κ νεκρν, παρχή τν κεκοιμημένων γένετο. Ατ δόξα καί τό κράτος ες τούς αἰῶνας τν αώνων. μήν.
Το τρίτο μέρος της κατηχήσεως, παρουσιάζει το θέμα της καθόδου του Χριστού στον Άδη, χρησιμοποιώντας αντιθετικές εικόνες, οι οποίες κατορθώνουν σχεδόν να δώσουν ζωή, στο ίδιο το κείμενο: Δεχόμενος το θάνατο, καταδιδόμενος σ’ αυτόν, ο Χριστός κατατροπώνει τον θάνατο: μπαίνοντας μέσα στον Άδη, τον αδειάζει από κάθε του εξουσία: αφήνοντας τον εαυτό του «να φαγωθεί» «να καταβροχθιστεί» από τον Άδη, ο Χριστός γίνεται γι’ αυτόν  πικρή τροφή, γίνεται καταστροφή, παιχνίδι εμπαιγμός, εξουδετέρωση, αλυσίδα, ήττα.  Η αληθινή ενσάρκωση του Λόγου του Θεού έγινε η αιτία της ήττας του Άδη και επομένως έγινε η αρχή της απελευθερώσεως μας: «Παρέλαβε ένα σώμα, και βρέθηκε μπροστά στο Θεό. Παρέλαβε γη και συνάντησε τον ουρανό. Παρέλαβε αυτό που έβλεπε και έπεσε εξαιτίας αυτού που δεν έβλεπε».
Τελικά το κείμενο καταλήγει με τον ύμνο της νίκης, της απολυτρώσεως, την οποία ο Χριστός κατορθώνει με την ένδοξη ανάστασή του: «Ανέστη Χριστός, και οι δαίμονες έπεσαν. Ανέστη Χριστός και οι άγγελοι χαίρονται. Ανέστη Χριστός, και η ζωή βασιλεύει. Ανέστη Χριστός και κανένας νεκρός δε μένει στα μνήματα. Γιατί ο Χριστός αναστάς από τους νεκρούς έγινε η απαρχή των κεκοιμημένων».  Το συμπέρασμα της κατηχήσεως μας οδηγεί στο πασχαλινό τροπάριο της βυζαντινής παραδόσεως: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών. Θανάτω θάνατον πατήσας. Και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

Για εφέτος αφήνω την επιστολή για το Πάσχα να είναι αυτός ο Λόγος του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου. Στην πορεία μας ως Αποστολική Εξαρχία στην Ελλάδα ζητούμε από τον Κύριο να μας αξιώσει ώστε σε κάθε στιγμή της ζωής μας να ακούμε πάντοτε τη φωνή του, η οποία μας καλεί να μπούμε γεμάτοι εμπιστοσύνη στη γιορτή στο συμπόσιο της βασιλείας Του, όπου μας περιμένει με ανοιχτά χέρια, από τον σταυρό Του, στην Ανάστασή Του.



Catechesi di San Giovanni Crisostomo
Entrate tutti al banchetto della fede
          La tradizione liturgica bizantina, nella celebrazione pasquale della risurrezione del Signore, alla fine dell’ufficiatura del mattutino legge una catechesi, una vera e propria mistagogia, attribuita a San Giovanni Crisostomo. È un testo breve e molto bello e profondo in cui troviamo riassunto in qualche modo tutto quello che come cristiani celebriamo e viviamo nella Pasqua del Signore: la misericordia, l’amore, il desiderio potremo dire l’ansia con cui il Signore vuole accogliere tutti nel banchetto della sua Pasqua. Dopo il cammino quaresimale, segnato dalla preghiera, dal digiuno, dallo “sforzo e dal lavoro” come lo chiama la tradizione monastica, la breve catechesi diventa quasi un balsamo di misericordia e di consolazione per tutti i cristiani. Presentiamo il testo diviso in tre parti e con un breve commento per ognuna di esse.
“Se uno è pio e amico di Dio, goda di questa solennità bella e luminosa. Il servo d’animo buono entri gioioso nella gioia del suo Signore. Chi ha faticato nel digiuno, goda ora il suo denaro. Chi ha lavorato sin dalla prima ora, riceva oggi il giusto salario. Se uno è arrivato dopo la terza ora, celebri grato la festa. Se uno è giunto dopo la sesta ora, non dubiti perché non ne avrà alcun danno. Se uno ha tardato sino all’ora nona, si avvicini senza esitare. Se uno è arrivato solo all’undicesima ora, non tema per la sua lentezza: perché il Sovrano è generoso e accoglie l’ultimo come il primo. Egli concede il riposo a quello dell’undicesima ora, come a chi ha lavorato sin dalla prima. Dell’ultimo ha misericordia, e onora il primo. Dà all’uno e si mostra benevolo con l’altro. Accoglie le opere e gradisce la volontà. Onora l’azione e loda l’intenzione.”
          Il testo inizia con un invito indirizzato a tutti gli uomini a partecipare alla festa, alla Pasqua del Signore. Come una sorta di captatio benevolentiae, l’autore commenta la parabola di Mt 20, 1ss del padrone che esce a contrattare i lavoratori, e mette in luce come il digiuno, l’ascesi, la fatica quaresimale sono un “lavoro”, uno “sforzo” accolto sempre dal Signore; un’accoglienza la sua pero che va oltre alla prontezza, alla sollecitudine e magari alla lentezza di coloro che lo hanno portato a termine: “...perché il Sovrano è generoso e accoglie l’ultimo come il primo… Dell’ultimo ha misericordia, e onora il primo”. La redenzione di Cristo, il suo amore smisurato per gli uomini va dall’accoglienza dell’opera adempiuta, fino alla magnanimità verso il solo desiderio di portarla a termine. Guardiamo le forme verbali presenti nel testo: “Lui…accoglie… gradisce… onora… loda…”. La generosità di Dio va al di sopra del calcolo e dell’impegno umano.
“Entrate dunque tutti nella gioia del nostro Signore: primi e secondi, godete la mercede. Ricchi e poveri, danzate in coro insieme. Continenti e indolenti, onorate questo giorno. Quanti avete digiunato e quanti non l’avete fatto, oggi siate lieti. La mensa è ricolma, deliziatevene tutti. Il vitello è abbondante, nessuno se ne vada con la fame. Tutti godete il banchetto della fede. Tutti godete la ricchezza della bontà. Nessuno lamenti la propria miseria, perché è apparso il nostro comune regno. Nessuno pianga le proprie colpe, perché il perdono è sorto dalla tomba. Nessuno tema la morte, perché la morte del Salvatore ci ha liberati”.
          Il testo sottolinea ancora come tutti siamo chiamati al banchetto del Regno, all’abbondanza della sua mensa, al dono del vitello grasso, simbolo della misericordia e dell’amore sconfinato del Signore. Un banchetto che sazia la nostra fame, perdona le nostre colpe, ci risuscita e ci libera dalla morte. Il testo della catechesi mette in evidenza l’accoglienza divina a cui tutti siamo chiamati: continenti ed indolenti, digiunanti e non digiunanti, ricchi e poveri. Il Signore non disdegna l’impegno neppure rifiuta la povertà dello sforzo anche se meschino. Il perdono sorto dalla tomba, sgorgato dalla risurrezione stessa del Signore è elargito a tutti.
“Stretto da essa, egli l’ha spenta. Ha spogliato l’ade, colui che nell’ade è disceso. Lo ha amareggiato, dopo che quello aveva gustato la sua carne. Ciò Isaia lo aveva previsto e aveva gridato: L’ade è stato amareggiato, incontrandoti nelle profondità. Amareggiato, perché distrutto. Amareggiato, perché giocato. Amareggiato, perché ucciso. Amareggiato, perché annientato. Amareggiato, perché incatenato. Aveva preso un corpo, e si è trovato davanti Dio. Aveva preso terra e ha incontrato il cielo. Aveva preso ciò che vedeva, ed è caduto per quel che non vedeva. Dov’è, o morte il tuo pungiglione? Dov’è, o ade, la tua vittoria? È risorto il Cristo, e tu sei stato precipitato. È risorto il Cristo, e i demoni sono caduti. È risorto il Cristo, e gioiscono gli angeli. È risorto il Cristo, e regna la vita. È risorto il Cristo, e non c’è piú nessun morto nei sepolcri. Perché il Cristo risorto dai morti è divenuto primizia dei dormienti. A lui la gloria e il potere per i secoli dei secoli. Amen”.
         La terza parte della catechesi presenta il tema della discesa di Cristo all’ade, servendosi di immagini contrastanti che riescono quasi a dare vita al testo stesso: Cristo accettando la morte, lasciandosi prendere da essa, la estingue; entrando nell’ade, lo spoglia di tutto il suo potere; lasciandosi “mangiare/inghiottire” dall’ade, per esso diventa cibo amaro, diventa distruzione, gioco, beffa, annientamento, catena, disfatta. La vera incarnazione del Verbo di Dio è diventata la causa della sconfitta dell’ade e quindi l’origine della nostra liberazione: “Aveva preso un corpo, e si è trovato davanti Dio. Aveva preso terra e ha incontrato il cielo. Aveva preso ciò che vedeva, ed è caduto per quel che non vedeva”.
         Il testo infine si conclude con il canto alla vittoria, alla redenzione che Cristo porta a termine con la sua gloriosa risurrezione: “È risorto il Cristo, e i demoni sono caduti. È risorto il Cristo, e gioiscono gli angeli. È risorto il Cristo, e regna la vita. È risorto il Cristo, e non c’è piú nessun morto nei sepolcri. Perché il Cristo risorto dai morti è divenuto primizia dei dormienti”. La conclusione della catechesi ci riporta al tropario pasquale della tradizione bizantina: “Cristo è risorto dai morti. Con la sua morte ha ucciso la morte. E a coloro che sono nei sepolcri ha fatto dono della vita”.

          Quest’anno lascio che la lettera per la Pasqua sia appunto questa parola di San Giovanni Crisostomo. Nel nostro cammino come Esarcato Apostolico in Grecia, chiediamo al Signore che in ogni momento della nostra vita sentiamo sempre la Sua voce che ci invita a entrare fiduciosi nella festa, nel banchetto del Suo Regno, dove lui ci aspetta con le braccia aperte dalla sua croce alla sua risurrezione.