mercoledì 16 maggio 2018


Lettera pastorale per la Pentecoste, maggio 2018
ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΜΑΙΟΣ 2018

Chiamati ad essere uomini di comunione.
Καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας.

Il titolo che vi propongo per questa lettera pastorale: “Chiamati ad essere uomini di comunione”, nasce dalla rilettura di diversi testi dei Padri della Chiesa -Atanasio, Efrem, Giovanni Crisostomo-, in cui ci viene proposta la figura del vescovo, del sacerdote (e mi permetto di allungare la lista a tutti i cristiani), come uomini di comunione, uomini che nella Chiesa sanno creare, per dono e grazia del Signore stesso, la comunione nel Corpo di Cristo a loro affidato. Parlando dei Padri, ricordiamo che sono stati nelle loro Chiese dei pastori, sacerdoti e vescovi (Efrem era diacono!), sono stati sempre, hanno cercato sempre di creare, non dico soltanto attorno a se, ma anche e soprattutto nel gregge a loro affidato quella comunione, quella carità, quel amore che sgorga da dove? Dal Vangelo del Signore.
Ο τίτλος που σας προτείνω στην ποιμαντική μου αυτή επιστολή: «Καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας», γεννιέται από το ξαναδιάβασμα διαφόρων κειμένων των Πατέρων της Εκκλησίας (Αθανασίου, Εφραίμ, Ιωάννου του Χρυσοστόμου), όπου μας προτείνεται η μορφή του επισκόπου, του ιερέα (παίρνω το θάρρος να προεκτείνω τον κατάλογο σε όλους τους χριστιανούς), ως ανθρώπων εκκλησιαστικής κοινωνίας, ως ανθρώπων οι οποίοι, μέσα στην Εκκλησία, ξέρουν να δημιουργούν από δώρο και χάρη του ίδιου του Κυρίου, την κοινωνία μέσα στο Σώμα του Χριστού, το οποίο έχει ανατεθεί σ’αυτούς. Μιλώντας για τους Πατέρες, ας θυμηθούμε ότι μέσα στις Εκκλησίες τους ήταν ποιμένες, ιερείς και επίσκοποι (ο Εφραίμ ήταν διάκονος!) υπήρξαν πάντοτε και προσπάθησαν πάντοτε να δημιουργήσουν, όχι μόνο γύρω τους, αλλά και προπάντων στο πνευματικό  ποίμνιο που είναι εμπιστευμένο σ’ αυτούς, την εκκλησιαστική εκείνη κοινωνία, την αγάπη εκείνη η οποία αναβλύζει από πού ; Από το Ευαγγέλιο του Κυρίου.

A due anni della mia ordinazione episcopale il 15 aprile 2016 e della mia intronizzazione ad Atene e l’inizio del mio ministero episcopale in Grecia il 14 maggio dello stesso anno, vorrei come l’anno scorso scrivere alcune riflessioni ed offrirle ai nostri sacerdoti ed ai nostri fedeli, nella vicinanza della festa dell’Esarcato e della cattedrale della Santissima Trinità, la domenica ed il lunedì di Pentecoste, quest’anno i giorni 27 e 28 maggio.
Δυο χρόνια μετά την επισκοπική μου χειροτονία, στις 15 Απριλίου 2016 και της ενθρόνισής μου στην Αθήνα και το ξεκίνημα της επισκοπικής μου διακονίας στην Ελλάδα, στις 14 Μάιου του ίδιους έτους επιθυμώ όπως πέρυσι, να γράψω μερικές σκέψεις και να τις αφιερώσω στους ιερείς μας και στους πιστούς μας, ενώ πλησιάζουμε στην εορτή της Εξαρχίας μας και του καθεδρικού μας ναού, στην Κυριακή της Πεντηκοστής και στη Δευτέρα της Παναγίας Τριάδος, οι οποίες εφέτος συμπίπτουν στις 27 και στις 28 Μαΐου.

Propongo quindi alla vostra riflessione, di vedere e di vivere il nostro essere cristiani e in modo speciale il nostro essere sacerdoti e vescovo come uomini di comunione, cioè chiamati a diventare sempre nel nostro essere, nel nostro agire, nel nostro parlare, uomini di comunione, uomini che creino nella Chiesa quella comunione che il Signore stesso ha voluto che ci fosse già tra i Dodici, tra i suoi più fedeli discepoli della prima ora. È un argomento, un aspetto, che mi veniva ripetutamente in mente durante la lettura del primo dei dodici Vangeli nell’orthros del Venerdì Santo, in quella lunga e bella liturgia celebrata nel pomeriggio di Giovedì. È una lunghissima pericope evangelica, la ricordiamo bene, che inizia con la lavanda dei piedi fatta dal Signore ai discepoli nel capitolo tredicesimo del vangelo di Giovanni: “…Gesù versò dell’acqua nel catino e incominciò a lavare i piedi dei discepoli e ad asciugarli con il panno del quale si era cinto” (Gv 13,5), e finisce con la preghiera che il Signore fa al Padre nel capitolo diciassette dello stesso vangelo: “…che tutti siano uno come tu, Padre, in me ed io in te, affinché siano anch’essi in noi, e così il mondo creda che tu mi hai mandato…” (Gv 17,21). Il Signore si fa piccolo ai piedi dei discepoli affinché essi, tutti noi, vediamo che è nel servizio anche più umile dove nasce la comunione fraterna tra di noi.
Προτείνω λοιπόν στον στοχασμό σας, να δούμε και να ζήσουμε τη χριστιανική μας ταυτότητα, και με ιδιαίτερο τρόπο την ιερατική μας και την επισκοπική μου ταυτότητα, ως άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας, δηλαδή καλεσμένοι να γίνουμε όλο και περισσότερο στην ταυτότητά μας, στη δράση μας, στην ομιλία μας, άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας, άνθρωποι οι οποίοι μέσα στην Εκκλησία δημιουργούν την εκκλησιαστική εκείνη κοινωνία, την οποία ο ίδιος ο Κύριος θέλησε να χαρακτηρίζει τους Δώδεκα, και όλους τους μαθητές του, από την πρώτη ώρα. Είναι ένα θέμα, μία άποψη, που μου ερχόταν ακατάπαυστα στη σκέψη, κατά την ανάγνωση του πρώτου από τα δώδεκα Ευαγγέλια, στο όρθρο της Μεγάλης Παρασκευής, στην μακρά και ωραία ιεροτελεστία, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Είναι μία πολύ μεγάλη ευαγγελική περικοπή, την οποία δεν την λησμονούμε, και η οποία αρχίζει με το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών από τον Κύριό τους. Στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη ευαγγελίου: «Ο Ιησούς βάζει νερό στη λεκάνη και αρχίζει να πλένει τα πόδια των μαθητών. Πλένει τα πόδια των μαθητών, και τα σκουπίζει με την πετσέτα που είχε ζωστεί». (Ιω.13, 5) και τελειώνει με την προσευχή την οποία ο Κύριος υψώνει προς τον Πατέρα του, στο δέκατο έβδομο κεφάλαιο του ίδιου ευαγγελίου: «….ώστε να είναι όλοι ένα, όπως εσύ, Πατέρα, είσαι ενωμένος μ’ εμένα και εγώ μ’ εσένα. Να είναι και αυτοί ενωμένοι μ’ εμάς, και έτσι ο κόσμος να πιστέψει ότι μ’ έστειλες εσύ…»  (Ιω.17, 21) Ο Κύριος γίνεται μικρός στα πόδια των μαθητών του, ώστε αυτοί, όλοι εμείς, δηλαδή να δούμε ότι στην εξυπηρέτηση των άλλων, ακόμα και την πιο ταπεινή γεννιέται η αδελφική κοινωνία μεταξύ μας.

Chiamati ad essere uomini di comunione”. Il Signore nelle Beatitudini annuncia: “Beati coloro che “creano, fanno la pace…” (Mt 5,9). A partire da questa frase del Vangelo, direi che il Signore stesso ci chiede specialmente a noi sacerdoti e vescovo di essere nella Chiesa “creatori di pace” e soprattutto “creatori di comunione, fattori di comunione”; il testo delle Beatitudini dice “μακάριοι ο ερηνοποιοί”, e facendo una parafrasi aggiungo: μακάριοι ο κοινοποιοί”. E chiediamoci noi tutti allora perché dobbiamo essere uomini di comunione? Cosa vorrà dire “essere uomini di comunione”. Non è una domanda astratta bensì mi sembra molto concreta. E la risposta diventa, è molto concreta: Perché viviamo in una Chiesa, il nostro Esarcato Apostolico, una Chiesa che tutti noi, vescovo, sacerdoti e fedeli, siamo chiamati ad amare come una sposa.
Ricordiamo come nella prima parte della Settimana Santa abbiamo celebrato Cristo come Sposo della Chiesa. Cristo Sposo, Chiesa Sposa. Un rapporto sponsale, le cui nozze avvengono dove? Ai piedi della croce.
«Καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας». Ο Κύριος στου Μακαρισμούς του αναγγέλλει: «Μακάριοι όσοι δημιουργούν την ειρήνη…» (Ματθ.5, 9). Ξεκινώντας από αυτήν τη φράση του Ευαγγελίου, θα έλεγα ότι ο ίδιος ο Κύριος ζητά, από εμάς, ιδιαίτερα από εμάς τους ιερείς και τον επίσκοπο, να είμαστε μέσα στην Εκκλησία «δημιουργοί ειρήνης», και προπάντων «δημιουργοί και εργάτες αυτής της εκκλησιαστικής κοινωνίας». Το κείμενο των Μακαρισμών λέει «μακάριοι οι ειρηνοποιοί», παραφράζοντας αυτήν τη φράση, προσθέτω: μακάριοι οι κοινωνιοποιοί». Επομένως όλοι εμείς αναρωτιόμαστε γιατί πρέπει να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας; Τι θέλει να πει η έκφραση «να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας;» Δεν είναι μία ερώτηση αφηρημένη, αντίθετα μου φαίνεται πολύ συγκεκριμένη. Και η απάντηση είναι και αυτή πολύ συγκεκριμένη. Γιατί ζούμε σε μία Εκκλησία, την Αποστολικής μας Εξαρχία, μία Εκκλησία την οποία όλοι εμείς, επίσκοπος, ιερείς και πιστοί, καλούμαστε να αγαπούμε σαν νύφη μας.
Ας θυμηθούμε πως κατά τις πρώτες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας δοξάσαμε τον Χριστό ως Νυμφίο της Εκκλησίας. Ο Χριστός  είναι ο Νυμφίος, η Εκκλησία είναι η Νύφη. Πρόκειται για ένα συζυγικό δεσμό, του οποίου οι γάμοι τελούνται πότε; Στα πόδια του τίμιου σταυρού.

Chiamati ad essere uomini di comunione”. San Giovanni Crisostomo, nel suo Dialogo sul sacerdozio, parlerà ripetutamente del legame sponsale del vescovo e dei sacerdoti (ed io mi permetto di aggiungere “dei fedeli”) con la propria Chiesa. Essere uomini di comunione vorrà dire in primo luogo “amare la Chiesa”. Amare la Chiesa come sposa come Cristo stesso l’ha amata e la ama. Il modello è sempre ed unicamente Cristo.
«Καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι, εκκλησιαστικής κοινωνίας». Ό Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στον Διάλογό του «περί ιεροσύνης», μιλά πολλές φορές για τον συζυγικό σύνδεσμο του επισκόπου και των ιερέων (και εγώ τολμώ να προσθέσω «και των πιστών»), με την Εκκλησία τους. Να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας σημαίνει πάνω απ’ όλα «να αγαπάμε την Εκκλησία» Να αγαπάμε την Εκκλησία σαν νύφη, όπως ο ίδιος ο Χριστός την αγάπησε και την αγαπά. Το πρότυπο της αγάπης  είναι πάντοτε και αποκλειστικά ο Χριστός.

Amare la Chiesa a tre livelli o sotto tre aspetti fondamentali: nella sua storia; nei suoi santi; quindi nel suo vescovo, nei sacerdoti, nei fedeli, cioè in tutto il popolo di Dio che costituiamo la Chiesa.
Πρέπει να αγαπούμε την Εκκλησία σε τρία επίπεδα ή κάτω από τρείς θεμελιώδεις απόψεις: στην ιστορία της, στους αγίους της, και στη συνέχεια στον επίσκοπό της, στους ιερείς της, στους πιστούς της, δηλαδή σε όλο το λαό του Θεού, όλους εμάς που αποτελούμε την Εκκλησία.

Amare la Chiesa nella sua storia: in quei fatti che ci hanno segnato e ci segnano dall’origine della nostra storia, del nostro Esarcato. Una storia forse sofferta, non facile, forse delle volte non compresa e magari fraintesa, ma una storia che è la nostra, come comunità cattolica di tradizione bizantina in Grecia. Amare la nostra storia e soprattutto mai rinnegarla, anzi farla ben nostra. Dobbiamo esserne fieri di questa nostra storia, perché è una storia segnata e guidata dall’amore e dal perdono del Signore. Saremo uomini di comunione se amiamo la nostra storia, quel che siamo stati e quel che siamo.
Να αγαπούμε την Εκκλησία στην ιστορία της: στα γεγονότα εκείνα τα οποία χαρακτήρισαν και χαρακτηρίζουν την ιστορία μας, από την αρχή της Εξαρχίας μας. Πρόκειται για μία ιστορία ίσως πονεμένη, όχι εύκολη, ίσως μερικές φορές παρεξηγημένη, χωρίς κατανόηση, αλλά μία ιστορία που είναι η δικιά μας ιστορία, ως καθολική κοινότητα βυζαντινής παραδόσεως στην Ελλάδα. Να αγαπάμε την ιστορία μας και προπάντων ποτέ να μην την αρνούμαστε αλλά να την αναγνωρίζουμε ως πραγματικά δικιά μας. Οφείλουμε να είμαστε περήφανοι γι αυτήν γιατί είναι ιστορία χαρακτηρισμένη και οδηγημένη από την αγάπη και από τη συγνώμη του Κυρίου. Θα είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας αν αγαπάμε, την ιστορία μας, αυτό που υπήρξαμε και αυτό που είμαστε.

Amare la Chiesa nei suoi santi. Lodate Dio nei suoi santi… cantiamo ogni giorno nel salmo 150. Amare tutte quelle persone che lungo la storia, lungo i quasi cento anni della nostra storia hanno pregato, si sono santificati grazie ai sacramenti e alla carità nella nostra Chiesa. Santi che hanno “fatto” il nostro Esarcato. E poi amare tutte quelle persone -il vescovo, i sacerdoti e i fedeli (siano greci, ucraini, caldei, romeni…), che continuano a santificarsi, a cercare di essere e vivere da cristiani nel nostro Esarcato.
Να αγαπάμε την Εκκλησία στους αγίους της. «Αινείτε τον Θεό στους αγίους του…» ψέλνουμε κάθε μέρα, στον ψαλμό 150. Να αγαπάμε όλα τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία στο πέρασμα της ιστορίας μας, κατά τη διάρκεια σχεδόν εκατό χρόνων προσευχήθηκαν, αγιάσθηκαν χάρη στα ιερά μυστήρια και στην αγάπη της Εκκλησίας μας. Ήταν άγιοι οι οποίοι «έκαναν» την Εξαρχία μας. Έπειτα να αγαπάμε όλα εκείνα τα πρόσωπα (τον επίσκοπο, τους ιερείς και τους πιστούς, Έλληνες, Ουκρανούς, Χαλδαίους, Ρουμάνους…) τα οποία συνεχίζουν να αγιάζονται, και προσπαθούν να είναι και να ζουν ως χριστιανοί της Εξαρχίας μας.

Amare il vescovo, i sacerdoti, il popolo. Il vescovo nella persona di quelli che ci hanno preceduti -non dobbiamo mai rinnegare la nostra storia-, e nella persona di quelli che oggi nella vita di ognuno di noi il Signore ha chiamato a questo servizio pastorale. Amare i sacerdoti per il loro servizio generoso alla Chiesa, nelle loro debolezze e nel loro darsi senza misura per servire il nostro Esarcato. Amare il popolo di Dio. Amare ed accogliere i fedeli, molti o pochi che essi siano, giovani o anziani, deboli, malati, di origine etniche diverse…, ma sempre popolo amato dal Signore e quindi chiamati ad amarlo. Chiamati ad essere uomini di comunione nell’amore, nel servizio, nel perdono, nella nostra Chiesa, nel nostro Esarcato. Anche in una realtà la nostra, come accennavo, etnicamente ogni giorno più diversa, etnie diverse, lingue, sensibilità diverse che delle volte sono o possono apparire come una croce, ma che sono soprattutto e così dobbiamo vederle e viverle, una ricchezza e un dono del Signore. Fatto certamente che spesso ci chiederà uno sforzo per essere appunto e sempre “creatori, fattori di comunione”. “μακάριοι ο κοινοποιοί”.
Να αγαπάμε τον Επίσκοπο, τους ιερείς, τον λαό. Τον Επίσκοπο στο πρόσωπο εκείνων που προηγήθηκαν (δεν πρέπει ποτέ να αρνούμαστε την ιστορία μας), και στο πρόσωπο εκείνων οι οποίοι στη ζωή του καθενός μας, ο Κύριος κάλεσε στην ποιμαντική αυτή διακονία. Να αγαπάμε τους ιερείς για τη γενναιόδωρη υπηρεσία τους στην Εκκλησία παρά τις αδυναμίες τους, με την ολόθερμη προσφορά τους στην εξυπηρέτηση της Εξαρχίας μας. Να αγαπάμε το λαό του Θεού. Να αγαπάμε και να εξυπηρετούμε τους πιστούς μας, είτε πολλοί είτε λίγοι είναι αυτοί, νέοι ή γέροντες, αδύνατοι, ασθενείς διαφόρων εθνικοτήτων… Πρόκειται πάντα για ένα λαό αγαπημένο από τον Κύριο, και επομένως και εμείς είμαστε καλεσμένοι να τον αγαπάμε. Είμαστε καλεσμένοι να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας, στην εξυπηρέτηση, στη συγνώμη, μέσα στην Εκκλησία μας, μέσα στην Εξαρχία μας. Η δική μας πραγματικότητα, όπως ανέφερα ήδη εθνολογικά είναι καθημερινά περισσότερο διαφορετική, με διάφορες εθνικότητες, γλώσσες, ευαισθησίες, οι οποίες μερικές φορές είναι ή μπορεί να φαίνονται σαν ένας σταυρός αλλά αυτές είναι προπάντων, και έτσι πρέπει να τις βλέπουμε και να τις ζούμε, ένας πλούτος ένα δώρο του Κυρίου. Το γεγονός αυτό ασφαλώς και συχνά θα απαιτήσει από εμάς μία ιδιαίτερη προσπάθεια, για να είμαστε ακριβώς και πάντοτε «δημιουργοί και οικοδόμοι της εκκλησιαστικής κοινωνίας», «μακάριοι οι κοινωνιοποιοί».

Tornando a Giovanni Crisostomo, si tratterà sempre di un amore sponsale verso la propria Chiesa, una Chiesa concreta, non astratta, non “campata per aria”, ma fatta da volti e persone concrete. Amare la Chiesa come sposa di Cristo.
Επανερχόμενοι στον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, θα μιλήσουμε πάλι για μία συζυγική αγάπη προς τη δική μας Εκκλησία, μία εκκλησία συγκεκριμένη, όχι αφηρημένη, όχι από αέρα αλλά αποτελούμενη από μορφές και πρόσωπα συγκεκριμένα. Να αγαπάμε την Εκκλησία ως Νύφη του Χριστού.

Questo amore alla Chiesa, da cui sgorga come conseguenza questo essere “…uomini di comunione… κοινοποιοί“, ha il suo fondamento in tre aspetti basilari: Si tratta -e prendo questi tre aspetti dal pensiero di Benedetto XVI- di un amore teologico, sacramentale ed affettivo verso la Chiesa.
Αυτή η αγάπη για την Εκκλησία από την οποία αναβλύζει ως επακόλουθο το να είμαστε «….άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας…. Κοινωνιοποιοί», έχει το θεμέλιό της σε τρεις βασικές απόψεις: Αυτές οι βασικές απόψεις (σύμφωνα με τη σκέψη του Πάπα Βενέδικτου 16ου, στην οποία αναφέρομαι) είναι: μία αγάπη θεολογική, μία αγάπη μυστηριακή και μία αγάπη αισθηματική προς την Εκκλησία.

Amore teologico. Cosa intendiamo con questa espressione? Si tratta di amare e servire la Chiesa, la propria Chiesa, perché essa è voluta ed amata dal Signore stesso; da Lui fondata, e da Lui vivificata lungo i secoli. La Chiesa è divina benchè fatta da uomini; essa vive anche nella dinamica dell’Incarnazione. Amiamo e serviamo la Chiesa, una Chiesa, non perché essa sia più vivace, più fiorente, più bella, magari più ricca…, ma perché essa è il Corpo di Cristo, da Lui voluta ed amata. È Lui che l’ha voluta e la vuole, che l’ha amata e la ama e per lei continua ad offrire ogni giorno il Suo Corpo ed il Suo Sangue.
Αγάπη θεολογική. Τι εννοούμε με αυτήν την έκφραση;  Πρόκειται για το να αγαπάμε και να υπηρετούμε την Εκκλησία, τη δική μας Εκκλησία, γιατί αυτήν τη θέλει και την αγαπά ο ίδιος ο Κύριος: Εκείνος την ίδρυσε και Εκείνος την ζωοποίησε ανά τους αιώνες. Η Εκκλησία είναι θεϊκή, παρ’ όλον ότι αποτελείται από ανθρώπους η Εκκλησία ζει επίσης μέσα στο δυναμισμό της Ενσαρκώσεως. Αγαπάμε και υπηρετούμε την Εκκλησία, τη μία Εκκλησία, όχι για να γίνει αυτή πιο ζωντανή, πιο ανθηρή, πιο ωραία, ακόμα και πιο πλούσια…. Αλλά γιατί αυτή είναι το Σώμα του Χριστού, ο Χριστός την θέλει και την αγαπά. Αυτός την θέλησε και την θέλει, την αγάπησε και την αγαπά, και γι’ αυτήν προσφέρει κάθε μέρα το Σώμα Του και το Αίμα Του.

Amore sacramentale. Quindi nell’offerta del Suo Corpo ed il Suo Sangue, nei sacramenti il Signore continua ad elargire il suo amore verso tutti noi. Amore sacramentale verso la Chiesa vorrà dire quindi accogliere pure noi ed elargire tutti quei mezzi che il Signore dà alla Chiesa per la santificazione dei fedeli: dal battesimo all’eucaristia, dal dono dello Spirito Santo al perdono e alla carità.
Αγάπη μυστηριακή. Επομένως στην προσφορά του Σώματός  Του και του Αίματός Του, και στα άλλα ιερά μυστήρια, ο Κύριος συνεχίζει να προσφέρει την αγάπη του προς όλους μας. Επομένως, αγάπη μυστηριακή προς την Εκκλησία σημαίνει να δεχθούμε κι εμείς και να μεταδώσουμε όλα εκείνα τα μέσα, τα οποία ο Κύριος δίνει στην Εκκλησία Του για τον εξαγιασμό των πιστών: από το βάπτισμα ως τη θεία ευχαριστία, από τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος ως την άφεση των αμαρτιών και την αγάπη.

Amore affettivo. Un amore affettivo ed effettivo. Un amore che diventa concreto verso le persone che oggi siamo stati chiamati dal Signore ad essere membra del suo Corpo che è la Chiesa, la nostra Chiesa concreta, piccola, con dei piccoli e grandi problemi, certamente, ma amata e voluta e santificata dal Signore. E per questo anche da noi amata e accolta con entusiasmo.
Αγάπη συναισθηματική. Μία αγάπη συναισθηματική και αποτελεσματική. Μία αγάπη που γίνεται συγκεκριμένη προς τα πρόσωπα, τα οποία είναι μαζί μας καλεσμένα από τον Κύριο, να είναι μέλη του Σώματός Του δηλαδή της Εκκλησίας Του, της συγκεκριμένης δικής μας Εκκλησίας, η οποία είναι ασφαλώς μικρή, με τα μικρά και τα μεγάλα της προβλήματα, αλλά είναι αγαπημένη, θελημένη και αγιασμένη από τον Κύριο. Επομένως πρέπει να είναι και εκ μέρους μας αγαπημένη και δεκτή με ενθουσιασμό.

Alla fine del secondo anno del mio servizio episcopale in Grecia, ringrazio il Signore per la sua fedeltà ed il suo amore e la sua misericordia. E ringrazio tutti, sacerdoti e fedeli perché siete la Chiesa che amo e a cui cerco di servire. Dalla cattedrale e parrocchia della Santissima Trinità, alla parrocchia dei santi Pietro e Paolo a Giannitsà; da Kifissià fino a Nea Makri nel servizio ai malati, cerchiamo ogni giorno di vivere come Chiesa di Cristo, nelle diverse realtà del nostro Esarcato.
Στο τέλος του δεύτερου χρόνου της επισκοπικής μου διακονίας στην Ελλάδα, ευγνωμονώ τον Κύριο για την πιστότητά του και την αγάπη του και την ευσπλαχνία του. Και ευχαριστώ όλους σας, ιερείς και πιστούς, γιατί είστε η Εκκλησία την οποία αγαπώ και την οποία προσπαθώ να υπηρετώ. Από αυτόν τον καθεδρικό μας ναό και την ενορία της Παναγίας Τριάδος, μέχρι την ενορία των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στα Γιαννιτσά, από την Κηφισιά μέχρι τη Νέα Μάκρη, στην υπηρεσία των ασθενούντων, προσπαθούμε καθημερινά να ζούμε ως Εκκλησία του Χριστού, μέσα στις διάφορες πραγματικότητες της Εξαρχίας μας.

Durante quest’ultimo anno, abbiamo cercato e cerchiamo di rinnovare una vita catechetica le domeniche dopo la Divina Liturgia. È un impego bello e che per grazia del Signore comincia a dare dei frutti. Un impegno che chiede anche una risposta da parte dei fedeli. Delle volte forse non è facile, e neanche comodo, portare i bambini alla Divina Liturgia e quindi alla catechesi nelle tre domeniche al mese stabilite. Ma è uno sforzo che, grazie al Signore e a tutti, darà i suoi frutti.
Κατά τον τελευταίο αυτό χρόνο προσπαθήσαμε και προσπαθούμε να ανανεώσουμε μία κατηχητική ζωή, κατά τις Κυριακές μετά τη Θεία Λειτουργία. Είναι μία προσπάθεια ωραία, η οποία με τη χάρη του Κυρίου, αρχίζει να φέρνει καρπούς. Πρόκειται για μία προσπάθεια η οποία ζητά και την ανταπόκριση των πιστών. Ίσως μερικές φορές δεν είναι εύκολο, ούτε άνετο να οδηγήσουμε τα παιδιά στη Θεία Λειτουργία, και έπειτα στην κατήχηση, κατά τις τρεις Κυριακές που έχουν καθοριστεί. Αλλά είναι μία προσπάθεια η οποία, χάρη στον Κύριο και σε όλους εμάς, θα φέρει τους καρπούς της.

Abbiamo anche cercato di fare a livello mensile degli incontri catechetico / mistagogici per gli adulti dell’Esarcato. Nell’auspicio che essi siano ogni volta più seguiti in un cammino di “formazione permanente” utile a tutti. Esorto tutti a partecipare, a lasciarsi coinvolgere in questi aspetti della vita dell’Esarcato, e soprattutto esorto alla celebrazione dei Santi Misteri nella Divina Liturgia domenicale e delle grandi feste dell’anno liturgico.
Προσπαθήσαμε επίσης σε μηνιαίο επίπεδο να κάνουμε κατηχητικές συναντήσεις-μυσταγωγίες για τους ενήλικες της Εξαρχίας. Ευχή μας είναι οι συναντήσεις αυτές να συγκεντρώνουν όλο και περισσότερους, σε μία πορεία «μόνιμης μορφώσεως» η οποία είναι ωφέλιμη για όλους. Προτρέπω όλους να συμμετέχουν  σ’ αυτές τις συναντήσεις και να παρακολουθούν ολόθερμα τις ζωτικές αυτές εκδηλώσεις της Εξαρχίας, και προπάντων προτρέπω τους πάντες να συμμετέχουν στα Ιερά Μυστήρια της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας και των μεγάλων γιορτών του λειτουργικού έτους.

Come accennavo sopra, l’Esarcato è una realtà ecclesiale, una Chiesa, con delle origini e delle parti etnicamente diverse. Quest’anno la comunità ucraina dell’Esarcato celebra il ventennale della sua presenza in Grecia come comunità facendo parte dell’Esarcato. Un momento importante di questa celebrazione lo è la visita in Grecia, al nostro Esarcato, dell’arcivescovo maggiore sua beatitudine Sviatoslav Schevchuk, dai giorni 11 al 14 maggio. Lui stesso fu uno dei primi sacerdoti che servirono la comunità ucraina ad Atene nell’Esarcato Apostolico.
Όπως ανέφερα πιο πάνω η Εξαρχία είναι μία εκκλησιαστική πραγματικότητα, μία Εκκλησία, με διαφορετικές προελεύσεις και διάφορες εθνικότητες. Εφέτος η Ουκρανική κοινότητα της Εξαρχίας επιτελεί την εικοσαετία τους παρουσίας της στην Ελλάδα, ως κοινότητα μέλος της Εξαρχίας μας. Μία μεγάλη στιγμή αυτού του εορτασμού είναι η επίσκεψη στην Ελλάδα και στην Εξαρχία μας του μείζονος αρχιεπισκόπου του Μακαριοτάτου Σβιατοσλάβ Σκεβτσιούκ, από τις 11 μέχρι 14 Μαΐου. Ο ίδιος αρχιεπίσκοπος ήταν ένας από τους πρώτους ιερείς, οι οποίοι υπηρέτησαν την ουκρανική κοινότητα της Αποστολικής Εξαρχίας στην Αθήνα.

La comunità ucraina e la comunità caldea nell’Esarcato, come avevo indicato in lettere precedenti, specialmente in quella del 30 novembre 2017, fanno parte dell’Esarcato, non sono ecclesiologicamente parallele, ma dipendono dell’Esarca Apostolico, e gli impegni e progetti ecclesiali e pastorali vanno con lui sempre e previamente accordati.
Η Ουκρανική και η χαλδαϊκή κοινότητα της Εξαρχίας όπως υπέδειξα σε προηγούμενες επιστολές μου, ιδιαίτερα στην επιστολή της 30ης Νοεμβρίου 2017, αποτελούν μέρος της Εξαρχίας, δεν είναι παράλληλες εκκλησιαστικές κοινότητες, αλλά εξαρτώνται από τον Αποστολικό Έξαρχο και οι δεσμεύσεις τους, και τα εκκλησιαστικά και ποιμαντικά τους προγράμματα οργανώνονται πάντοτε με την έγκριση και τη συνεννόηση μαζί μου.

Voglio insistere che l’Esarcato come Chiesa, come diocesi, e come sede fisica, è anche la sede di attività di carattere ecclesiale. Non è luogo di incontri o attività di carattere sociale e politico di nessun tipo. Sono cosciente delle difficoltà sociali e politiche legate all’Ucraina e all’Iraq, luoghi di origine legati alle comunità ucraina e caldea dell’Esarcato. Le attività che si fanno con i giovani sono non soltanto ben viste ma anche incoraggiate, benchè sempre sotto la sorveglianza e supervisione del sacerdote caldeo e del sacerdote ucraino e delle suore, ma i giovani mai da soli o sotto la sorveglianza e supervisione di persone esterne.
Θέλω να επιμείνω ότι η Εξαρχία μας ως Εκκλησία, ως εκκλησιαστική επαρχία, και ως φυσική έδρα, είναι επίσης η έδρα δραστηριότητας εκκλησιαστικού χαρακτήρα. Δεν είναι τόπος συναντήσεως ή δραστηριότητας κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα οιασδήποτε μορφής. Συνειδητοποιώ τις κοινωνικές και πολιτικές δυσκολίες, που συνδέονται με την Ουκρανία και με το Ιράκ, χώρες προέλευσης της ουκρανικής και της χαλδαϊκής κοινότητας της Εξαρχίας. Οι δραστηριότητες που γίνονται με τους νέους όχι μόνο δεν απαγορεύονται αλλά και ενθαρρύνονται, αλλά αυτές πρέπει να γίνονται κάτω από την επίβλεψη και επαγρύπνηση του χαλδαίου ιερέα και του ουκρανού ιερέα και των μοναζουσών της ουκρανικής κοινότητας, αλλά οι νέοι ποτέ δεν πρέπει να δρουν μόνοι τους ή κάτω από την επίβλεψη και επαγρύπνηση ξένων προσώπων.

L’anno scorso, nella mia lettera del mese di maggio, ho accennato a diversi aspetti della nostra vita liturgica, che voglio adesso ancora una vota ribadire. Insisto di nuovo in questo punto perché tutti possiamo cadere nell’oblio, nel disguido. La vita liturgica di qualsiasi comunità cristiana, di qualsiasi Chiesa cristiana, sia orientale che occidentale, è qualcosa di vitale per quella Chiesa. Vedendo come la liturgia viene celebrata, si capisce come una Chiesa manifesta, professa e vive la propria fede. La “fedeltà” alla propria tradizione liturgica di ogni Chiesa cristiana non è uno schiavo “rubricismo” bensì la custodia di qualcosa che segna la vita, il modo di essere, il modo di manifestarsi di ogni Chiesa cristiana. Nel nostro Esarcato la vita liturgica viene celebrata direi in modo degno ed ineccepibile. Vorrei precisare di nuovo (e qua riprendo gli stessi punti dell’anno scorso) alcuni punti per migliorare ancora un po la nostra vita liturgica. Soprattutto per aiutarci ad evitare una tentazione che spesso ci può pervenire, cioè quella di dire: “...intanto siamo pochi, non viene nessuno… quindi facciamo alla buona…”. Oppure la tentazione (dico tentazione perché di questo si tratta) di dire: “non facciamo, lasciamo… perché non viene nessuno…”. La tentazione del pesce che si morde la coda: “non facciamo perché non viene nessuno…”; ma si potrebbe dire pure: “non viene nessuno perché non facciamo niente…”. Questa non è un’accusa, ma semplicemente una costatazione di un fatto che ci può capitare a tutti, dal più giovane al più anziano.
Πέρυσι στην επιστολή μου τον Μάιο αναφέρθηκα στις διάφορες όψεις της λατρευτικής ζωής μας, τις οποίες θέλω και πάλι να υπογραμμίσω. Επιμένω και πάλι στο σημείο αυτό, γιατί όλοι μπορούμε να πέσουμε στον ξέχασμα και στην αδιαφορία. Η λατρευτική ζωή οποιασδήποτε χριστιανικής εκκλησίας είτε ανατολικής είτε δυτικής, είναι κάτι το ζωτικό γι’ αυτήν την Εκκλησία. Βλέποντας πως τελείται η θεία λατρεία, μπορούμε να καταλάβουμε με ποιο τρόπο μία Εκκλησία εκδηλώνει, ομολογεί και ζει την πίστη της. Η «πιστότητα» κάθε Εκκλησίας στη λατρευτική της παράδοση δεν είναι μία τυφλή «τυπολατρία» αλλά αντίθετα είναι κάτι που χαρακτηρίζει τη ζωή, τον τρόπο υπάρξεως, τον τρόπο εκδηλώσεως κάθε χριστιανικής Εκκλησίας. Στην Εξαρχία μας η λατρευτική ζωή, τολμώ να πω, τελείται με τρόπο αντάξιο και παραδειγματικό. Επιθυμώ να επανέλθω στο θέμα (και εδώ επαναλαμβάνω τα ίδια σημεία του περασμένου έτους), διευκρινίζονται μερικά σημεία, για να βελτιώσουμε ακόμα περισσότερο τη λατρευτική μας ζωή. Και αυτό προπάντων για να βοηθηθούμε στην αποφυγή ενός πειρασμού, τον οποίο ενδέχεται συχνά να τον αντιμετωπίζουμε δηλαδή τον πειρασμό να λέμε στον εαυτό μας «αφού είμαστε τόσο λίγοι και κανένας δεν έρχεται… ας τα κάνουμε όλα πρόχειρα…» Ή επίσης τον πειρασμό (και λέω πειρασμό γιατί περί πειρασμού πρόκειται) να πούμε: « ας αφήσουμε την ιερή ακολουθία, ας μην την τελέσουμε …. Αφού δεν έρχεται κανένας…» Αυτός είναι ο πειρασμός του ψαριού, το οποίο δαγκώνει την ουρά του: «ας μην κάνουμε τίποτα, γιατί κανείς δεν έρχεται…» αλλά θα μπορούσαμε επίσης να πούμε: «κανείς δεν έρχεται, γιατί δεν κάνουμε τίποτα…» Όλα αυτά δεν είναι κατηγορίες, αλλά απλούστατα μία διαπίστωση του γεγονότος, το οποίο μπορεί να συμβεί σε όλους, από τον νεώτερο ως τον γεροντότερο.

Ribadire che nel nostro Esarcato celebriamo la liturgia secondo la tradizione bizantina, e nel modo più possibile nella fedeltà alle tradizioni bizantine, indicate anche dal Typikon che condividiamo con le Chiese ortodosse. L’amore, il rispetto, lo zelo direi per la liturgia mettono in evidenza la vera “cattolicità” della nostra Chiesa di tradizione bizantina. Nelle concelebrazioni, sia presente o non il vescovo, i sacerdoti debbono indossare i paramenti liturgici al completo. Se ragioni che vengono dai limiti di malattia, impongono una riduzione a qualcuno dei sacerdoti, costui deve indossare almeno il razon e l’epitachilion. Altrimenti tutti debbono indossare il parato completo, cioè: sticharion, epitrachilion, zonì, epimanichia e felonion. Se qualche sacerdote durante la liturgia deve svolgere eventualmente qualche altro servizio in chiesa come confessare o guidare o aiutare il canto liturgico, deve indossare sempre il razon e l’epitrachilion.
Υπογραμμίζουμε ότι στην Εξαρχία μας τελούμε τη θεία λατρεία σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση και με τη μεγαλύτερη κατορθωτή πιστότητα στις βυζαντινές παραδόσεις, όπως υποδείχνονται από το Τυπικό, το οποίο ακολουθούμε με τις ορθόδοξες εκκλησίες. Η αγάπη, ο σεβασμός, ο ζήλος για τη θεία λατρεία φανερώνουν την αληθινή «καθολικότητα» της Εκκλησίας μας και την πιστότητα στη βυζαντινή παράδοση. Στα ιερά συλλείτουργα είτε με την παρουσία είτε χωρίς την παρουσία του επισκόπου, οι ιερείς οφείλουν να ενδύονται την πλήρη στολή των ιερατικών αμφίων. Εάν για λόγους ασθενείας επιβάλλουν σε κάποιον από τους ιερείς τον περιορισμό των ιερών αμφίων, ο ιερέας αυτός οφείλει να ενδύεται τουλάχιστον  το ράσον και το επιτραχήλιο. Διαφορετικά όλοι οφείλουν να ενδύονται την πλήρη ιερή αμφίεση δηλαδή: το στιχάριο, το επιτραχήλιο, τη ζώνη, τα επιμανίκια, και το φελόνιο. Αν κάποιος ιερέας κατά τη θεία λειτουργία οφείλει ενδεχομένως να ασκεί κάποιο άλλο διακόνημα στην εκκλησία όπως π.χ. την εξομολόγηση, ή την καθοδήγηση της ιερής υμνωδίας οφείλει να ενδύεται πάντοτε το ράσον και το επιτραχήλιον.

Delle volte nelle chiese e cappelle dell’Esarcato si celebra la liturgia in un’altra tradizione liturgica oltre a quella bizantina: liturgia caldea, liturgia latina. Ribadisco che in ogni chiesa c’è un unico altare consacrato dal vescovo, e che manifesta simbolicamente l’unico corpo di Cristo che ci raduna per celebrare i Santi Misteri. L’altare è la tomba del Risorto, l’altare è l’ara del sacrificio di Cristo, l’altare è la mensa da cui ci viene data la Parola del Vangelo ed i Santi Misteri del Corpo e del Sangue di Cristo. Per rispettare questa dimensione sacramentale dell’altare, ed anche quella dell’architettura liturgica bizantina con cui le nostre chiese e cappelle sono state costruite, ribadisco quello che di per se dovrebbe essere già evidente, cioè che nelle nostre chiese e cappelle non va aggiunto nessun altare o tavolino supplementare di fronte all’unico e vero altare consacrato; inoltre rispettando la struttura architettonica delle nostre chiese, la liturgia deve essere celebrata “verso l’Oriente”, cioè verso l’abside. La liturgia caldea e la liturgia latina prevedono senza problemi una celebrazione “orientata” verso l’abside della chiesa, volgendosi il sacerdote verso i fedeli nei grandi momenti della proclamazione del Vangelo e della Santa Comunione, oltre che ai diversi inviti e benedizioni di pace.
Μερικές φορές στις εκκλησίες και στα παρεκκλήσια της Εξαρχίας τελείται η θεία λατρεία σε μία άλλη λειτουργική παράδοση, εκτός από τη βυζαντινή: π.χ. στη χαλδαϊκή θεία λατρεία, στη λατινική θεία λατρεία. Υπογραμμίζω ότι σε κάθε εκκλησία υπάρχει ένα μοναδικό ιερό βήμα, καθαγιασμένο  από τον Επίσκοπο, το οποίο φανερώνει συμβολικά το μοναδικό σώμα του Χριστού, το οποίο μας συναθροίζει για να τελέσουμε τα Ιερά Μυστήρια. Το ιερό βήμα είναι ο τάφος του Αναστάντος, το ιερό βήμα είναι ο βωμός της θυσίας του Χριστού, το ιερό βήμα είναι η τράπεζα, από την οποία μας δίδεται ο Λόγος του Ευαγγελίου και τα Ιερά Μυστήρια του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Για να σεβαστούμε τις μυστηριακές αυτές διαστάσεις του ιερού βήματος, αλλά και την λατρευτική αρχιτεκτονική του βυζαντινού λειτουργικού τύπου, σύμφωνα με την οποία οικοδομήθηκαν οι εκκλησίες μας και τα παρεκκλήσια μας, υπογραμμίζω αυτό που θα έπρεπε να είναι για όλους φανερό, δηλαδή ότι: στις εκκλησίες μας και στα παρεκκλήσια μας δεν προστίθεται κανένα ιερό βήμα ή συμπληρωματικό τραπέζι  μπροστά στο μοναδικό και αληθινό και καθιερωμένο ιερό βήμα. Επιπλέον, από σεβασμό προς την αρχιτεκτονική δομή των εκκλησιών μας, η θεία λειτουργία πρέπει να τελείται «προς την Ανατολή», δηλαδή προς την αψίδα. Η χαλδαϊκή και η λατινική θεία λατρεία προβλέπουν χωρίς πρόβλημα την τέλεση της θείας λειτουργίας, ατενίζοντας προς την αψίδα της εκκλησίας, και υποδείχνοντας στον ιερέα να στρέφεται προς τους πιστούς κατά τις μεγάλες στιγμές της διακηρύξεως του Αγίου Ευαγγελίου και της Θείας Κοινωνίας, και σε διάφορες προσκλήσεις και ευλογίες ειρήνης.

Chiamati ad essere uomini di comunione”. Questo era il punto di partenza della mia riflessione. Ed è anche il punto di arrivo. Nel nostro parlare, nel nostro agire, cerchiamo sempre di creare quella comunione che viene dal Signore che spogliò se stesso per lavare i piedi ai Dodici, per servire loro, farsi loro servo, per mostrare il cammino cristiano come un cammino di amore sponsale e diaconale verso tutti.
«Καλεσμένοι  να είμαστε άνθρωποι εκκλησιαστικής κοινωνίας». Αυτό ήταν το ξεκίνημα του πνευματικού μας στοχασμού. Αυτό είναι και το τέρμα μας. Στην ομιλία μας, στη δράση μας, ας προσπαθούμε πάντοτε να δημιουργούμε την εκκλησιαστική εκείνη κοινωνία, η οποία μας έρχεται από τον Κύριο. Από τον Κύριο ο οποίος ταπείνωσε τον εαυτό του μέχρι να πλύνει τα πόδια των Δώδεκα, για να τους υπηρετήσει να γίνει υπηρέτης τους, να δείξει σ’ αυτούς τη χριστιανική πορεία, ως πορεία συζυγικής και διακονικής αγάπης προς όλους.

+P. Emmanuele Nin
Esarca Apostolico
. Εμμανουήλ Νιν
Αποστολικός Έξαρχος


Nessun commento:

Posta un commento