lunedì 26 aprile 2021


Pasqua 2021

          Χριστός Ανέστη!

          Carissimi, l’annuncio gioioso della Risurrezione del Signore ci riempie di gioia, della vera gioia cristiana. Una gioia che nasce dall’ascolto e dall’accoglienza di questa Parola del Vangelo, un Vangelo che, come la pioggia, dovrebbe calare nei nostri cuori e nelle nostre vite.

          Notte di gioia, perché il Signore è risorto, ed è vivente, veramente presente in mezzo a noi. È Lui la forza, la vita, quella vita nuova che Lui stesso ci dà, attraverso la sua Parola, attraverso i Sacramenti della Chiesa, attraverso i fratelli, giovani e anziani, sani e malati, che accanto a noi e con noi, nella Chiesa, vivono in Cristo e con Cristo la stessa fede.

          Notte di gioia, perché dopo mesi e mesi di buio, di sofferenza, di malattia, di paura, possiamo celebrare questa Notte Santa nella speranza, nella fiducia che il Signore, risorto dai morti, ci porterà -e ci sta portando già sicuramente- tutti noi alla salvezza, alla salute, alla luce. A quella Luce Gioiosa che è Lui stesso, il Signore che è il “medico delle nostre anime e dei nostri corpi”, che oggi scende nell’Ade, e ci prende per mano e ci guida all’alba di un nuovo giorno, il “giorno della Risurrezione”. Il Signore che è entrato vittorioso a Gerusalemme acclamato come “Colui che viene”, oggi è presente e vivente in mezzo a noi. Il Signore che abbiamo atteso come Sposo, oggi è Lui che ci accoglie e ci porta alla sua camera nuziale. Il Signore che ci ha dato il Suo Corpo e il suo Sangue, oggi con la sua risurrezione ci fa membra vive del suo Corpo che è la Chiesa. Il Signore che abbiamo visto appeso, sofferente e morto sulla croce, oggi con la sua croce ci riporta alla vita.

          In questa notte Santa che, per grazia del Signore, siamo radunati per dire, per cantare, per proclamare ad alta voce la Risurrezione di Cristo, chiediamo a Lui il Vivente, il Vivificante, che venga ed abiti in mezzo a noi, ci guarisca, ci purifichi e ci salvi

 

Χριστός Ανέστη!

Αγαπημένα μου αδέλφια.

Το χαρμόσυνο άγγελμα της Αναστάσεως του Κυρίου μας γεμίζει χαρά, την αληθινή χριστιανική χαρά. Είναι μία χαρά που γεννιέται από το άκουσμα και την υποδοχή αυτού του Λόγου του Ευαγγελίου, ενός Ευαγγελίου το οποίο, όπως η βροχή, θα έπρεπε να ποτίζει τις καρδιές μας και τις ζωές μας.

Είναι μία νύχτα χαράς, γιατί ο Κύριος αναστήθηκε. ζει, αληθινά παρών ανάμεσά μας. Αυτός είναι η δύναμη η ζωή, αυτή η ζωή την οποία ο ίδιος μας δίνει κάθε μέρα, σε όλη τη ζωή μας, διαμέσου του           Λόγου του, διαμέσου των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας, διαμέσου των αδελφών μας, νέων και γερόντων, υγιών και ασθενών, οι οποίοι δίπλα μας, και μαζί με εμάς μέσα στην Εκκλησία, ζουν «εν Χριστώ», και μαζί με τον Χριστό, την ίδια πίστη.

Είναι μία νύχτα χαράς, γιατί μετά από τόσους και τόσους μήνες του σκότους, του πόνου, της ασθένειας και του φόβου, μπορούμε να τελέσουμε αυτήν την Άγια Νύχτα μέσα στην ελπίδα, μέσα στην εμπιστοσύνη, τις οποίες ο Κύριος, αναστημένος από τους νεκρούς, θα μας οδηγήσει (και ήδη μας οδηγεί με βεβαιότητα), όλους εμάς στη σωτηρία, στην υγεία στο φώς. Σ’αυτό το Χαρμόσυνο Φώς (φως ιλαρόν), που είναι Αυτός ο ίδιος ο Κύριος, «ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας», ο οποίος σήμερα κατεβαίνει στον Άδη, και μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στην αυγή μίας νέας ημέρας, «την Ημέρα της Ανάστασης», βρίσκεται σήμερα παρών και ζων ανάμεσά μας. Ο Κύριος τον οποίο περιμέναμε ως Νυμφίο, σήμερα είναι Αυτός που μας υποδέχεται και μας οδηγεί στον «νυμφώνα» του. Ο Κύριος ο οποίος μας έδωσε το Σώμα Του και το Αίμα Του, σήμερα με την Ανάστασή Του μας κάνει ζωντανά μέλη του Σώματος Του, που είναι η Αγία Εκκλησία. Ο Κύριος, τον οποίο είδαμε κρεμάμενο, υποφέροντα και αποθνήσκοντα επάνω στον Σταυρό, σήμερα με τον Σταυρό Του μας ξαναφέρνει στην ζωή.

Μέσα σ’αυτήν την Άγια Νύχτα, κατά την οποία με τη χάρη του Κυρίου συναθροισθήκαμε για να διαλαλήσουμε και να ψάλουμε με δυνατή φωνή την Ανάσταση του Χριστού, ας ζητήσουμε από Αυτόν τον Ζώντα, και Ζωοποιούντα, να έρθει να μας θεραπεύσει να μας εξαγνίσει, και να μας σώσει.

Χριστός Ανέστη

 

 


giovedì 8 aprile 2021


Icona etiopica, xviii secolo 

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΣΧΑ 2021

«Εἴ τις εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καὶ λαμπρᾶς πανηγύρεως. Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαβέτω νῦν τὸ δηνάριον. Εἴ τις ἀπὸ πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τὸ δίκαιον ὄφλημα·. Εἴ τις μετὰ τὴν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω. Εἴ τις μετὰ τὴν ἕκτην ἔφθασε, μηδὲν ἀμφιβαλλέτω· καὶ γὰρ οὐδὲν ζημιοῦται. Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τὴν ἐνάτην, προσελθέτω μηδὲν ἐνδοιάζων. Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τὴν ἑνδεκάτην, μὴ φοβηθῇ τὴν βραδυτῆτα·φιλότιμος γὰρ ὢν ὁ Δεσπότης, δέχεται τὸν ἔσχατον, καθάπερ καὶ τὸν πρῶτον· ἀναπαύει τὸν τῆς ἑνδεκάτης, ὡς τὸν ἐργασάμενον ἀπὸ τῆς πρώτης· καὶ τὸν ὕστερον ἐλεεῖ, καὶ τὸν πρῶτον θεραπεύει· κἀκείνῳ δίδωσι, καὶ τούτῳ χαρίζεται. καὶ τὰ ἔργα δέχεται, καὶ τὴν γνώμην ἀσπάζεται. καὶ τὴν πρᾶξιν τιμᾷ, καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ». (Πασχαλινός Κατηχητικός Λόγος του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).

 

         Με τη σύντομη αυτή παράγραφο της Κατήχησης του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την οποία διαβάζουμε και διακηρύττουμε με πίστη και δύναμη τη νύχτα του Πάσχα, αρχίζω αυτήν την παρούσα πασχαλινή επιστολή μου, γιατί πιστεύω ότι αυτή συνοψίζει και φέρνει στην επιφάνεια αυτό που είμαστε και ζούμε κάθε χρόνο στο Πάσχα, και ιδιαίτερα κατ’ αυτό το δεύτερο Πάσχα της πανδημίας. Η παράγραφος αυτή του Χρυσοστόμου συγκεντρώνει όχι μόνο αυτό που αποτελεί την πραγματικότητα της χριστιανικής μας ζωής, αλλά και αυτό που είναι η σχέση μας με τον Κύριο: είμαστε εργάτες στον αμπελώνα του, εργάτες που είθε να εργαστούμε από την πρώτη ώρα με επιμέλεια και ευλάβεια, περιμένοντας τον δίκαιο μισθό μας· είθε να φτάσουμε στην Τρίτη ώρα με τον πόνο να γίνουμε δεκτοί στη γιορτή· ίσως να φτάσουμε μονάχα στην έκτη ώρα, αλλά με εμπιστοσύνη ότι δεν θα αποκλειστούμε·ίσως να καθυστερήσουμε μέχρι την ένατη ώρα, και με δυσκολία πλησιάζουμε στην εργασία μας, η οποία τώρα πια έγινε βραδυνή·τελικά, ίσως είμαστε εργάτες οκνηροί, που αμελείς φτάσαμε μονάχα στην ενδέκατη ώρα, αλλά παρόλα ταύτα γίναμε δεκτοί από Εκείνον που έχει ανοιχτές αγκάλες για τον τελευταίο, όπως και για τον πρώτο, ελεεί εκείνον που δεν έκανε σχεδόν τίποτα, και τιμά εκείνον που Του πρόσφερε όλο τον καιρό, όλη τη ζωή του. Γιατί ο Κύριος, (παραφράζοντας την τελευταία φράση του κειμένου) ….δέχεται, καὶ τὴν γνώμην ἀσπάζεται. καὶ τὴν πρᾶξιν τιμᾷ, καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ».

 

         Το τμήμα αυτό της χρυσοστομικής κατήχησης συγκεντρώνει αυτό που είναι η σχέση μας με τον Κύριο, ιδιαίτερα κατά τους τόσο μακρινούς αυτούς μήνες της δοκιμασίας, του πόνου, οι οποίοι στην αρχή ήταν επίσης μήνες επανάστασης για τόσους και τόσους άντρες και γυναίκες, που έκαναν να ανεβαίνουν από την καρδιά στα χείλη τους ερωτήσεις, που ήταν και προσευχές: «Έως πότε Κύριε; ….. γιατί Κύριε; ….». Αυτά τα ερωτήματα, αυτές οι ικεσίες, αυτές οι φωνές, σιγά σιγά, ενώ περνούν οι μήνες, έγιναν προσευχές, ασφαλώς με πίστη και ελπίδα προς Εκείνον, ο οποίος (όπως τον επικαλούμαστε στη βυζαντινή μας παράδοση), είναι «ο γιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας». Αλλά οι προσευχές αυτές μπορούν να χάσουν τη δύναμή τους, σχεδόν να αποκρυφτούν και να δεχτούν ως κάτι το αναπόφευκτο αυτό που συμβαίνει σε όλη την ανθρωπότητα. Λες και εμείς οι χριστιανοί δεν λέω πέσαμε, αλλά προσαρμοστήκαμε σε μία χριστιανική ζωή μακριά από τις εκκλησίες μας, μακριά από τα αδέλφια μας, και κατά κάποιο τρόπο «εξαρτημένοι» από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την τεχνολογία· αυτά τα μέσα και αυτή η τεχνολογία μας επιτρέπουν να συνεχίζουμε την εργασία μας και τη μελέτη μας, αλλά στον εκκλησιαστικό τομέα δεν θα μπορέσουν ποτέ να αντικαταστήσουν τη ζωή της προσωπικής και της κοινοτικής προσευχής μέσα στην Εκκλησία, δεν θα αντικαταστήσουν ποτέ τη μυστηριακή ζωή, η οποία είναι θεμελιώδης για τη χριστιανική μας ζωή.

 

         Σταματώ μονάχα στη διάσταση της προσευχής, και στην άποψη της καθημερινής πιστότητας, μιας προσευχής μέσα στην Εκκλησία, μέσα στην οικογένεια, μέσα στην χριστιανική μας καρδιά. Και εδώ κάνω τη σύνδεση με την παράγραφο του Χρυσοστόμου την οποία ανέφερα στην αρχή: προσευχή προσωπική και προσευχή κοινοτική, και οι δύο πάντοτε προσευχές εκκλησιαστικές στις οποίες μερικές φορές θα είμαστε εργάτες από την πρώτη ώρα, γεμάτοι ζήλο και θερμότητα, και άλλες φορές θα είμαστε εργάτες της ενδέκατης ώρας, αν όχι οκνηροί, ασφαλώς αμελείς, και αδύνατοι. Αλλά πάντοτε γεμάτοι εμπιστοσύνη ότι ο Κύριος έχει υπομονή για μας, είτε η προσευχή μας είναι θερμή και επίμονη, είτε αυτή είναι ασθενική, βέβαιοι στην συνειδητοποίηση μας ότι Αυτός «..καὶ τὰ ἔργα δέχεται, καὶ τὴν γνώμην ἀσπάζεται. καὶ τὴν πρᾶξιν τιμᾷ, καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ».

        

         Η προέκταση του κόσμου μας στην πανδημία του κορωνοϊού, οι ατέλειωτοι μήνες στους οποίους είμαστε σχεδόν καρφωμένοι, περιμένοντας να φτάσουμε στο τέλος των πόνων μας, χάρη σε ένα εμβόλιο που θα μας φέρει ασφαλώς την θεραπεία αλλά προπάντων θα μας οδηγήσει στην ελευθερία εκείνη την οποία αισθανόμαστε ως χαμένη ή σχεδόν δεσμευμένη, με οδηγούν συχνά να σκεφτώ την απαραίτητη υπομονή που χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε την παρούσα στιγμή. Πραγματικά, τόσες και τόσες φορές ο ένας και ο άλλος προσπαθήσαμε να βρούμε θάρρος με την επιθυμία και την ευχή μιας καλής δόσης αναμονής και υπομονής.

 

Και τώρα στις πύλες του Πάσχα, το οποίο εφέτος για μας στην Ελλάδα συμπίπτει με μία καθυστερημένη άνοιξη, σκέπτομαι συχνά και την υπομονή του Κυρίου· Αυτός ο ίδιος έχει υπομονή για μας, και μας υπομένει πάντοτε, τόσο όπως στην αρχή της πανδημίας, όταν ήμασταν οργισμένοι για τις στερήσεις και τους περιορισμούς (πέρυσι διαμαρτυρόμαστε γιατί «δεν μπορούσαμε να κάνουμε…, δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε…»), όσο και εφέτος, όταν η συνεχιζόμενη πανδημία και οι περιορισμοί της, μας έχουν σχεδόν αποκρύψει, και μας έκαναν να χάσουμε ακόμα και την επιθυμία να μιλούμε, να ζητούμε, να προσευχόμαστε.

 

Ο Κύριος έχει πάντοτε υπομονή για μας, τόσο όταν επιμένουμε στην προσευχή μας, όσο και όταν εγκαταλειπόμαστε σε μία αδιαφορία, σαν να μην ενδιαφερόμαστε πια για το πότε και το πώς θα τελειώσει αυτή η κατάσταση, που μας δοκιμάζει εδώ και ένα χρόνο. Στην επιστολή μου για τη φετινή Σαρακοστή, σας προέτρεπα να ζήσετε αυτήν την περίοδο «με προσευχή και με προσοχή». Και τώρα, στις πύλες του Πάσχα, υπογραμμίζω ακόμα τη διπλή αυτή όψη, αλλά υπογραμμίζοντας προπάντων την πρώτη… «με προσευχή…» μια προσευχή επίμονη, δυνατή, σταθερή. Όταν ήμουν Διευθυντής του Ποντιφικού Ελληνικού Κολλεγίου, έλεγα συχνά μεταξύ σοβαρού και αστείου στους ιεροσπουδαστές ότι ενίοτε πετύχαιναν μία άδεια (την οποία στην αρχή τους την είχα αρνηθεί), την πετύχαιναν «διαμέσου της εξάντλησης» έτσι μου άρεσε να λέω, ασφαλώς της δικής μου εξάντλησης έναντι της επίμονης αίτησής τους. Στην Αγία Γραφή βρίσκουμε παραδείγματα αυτής της επίμονης προσευχής, με ολοκληρωτική παρρησία προς τον Κύριο. Σκέπτομαι τα κείμενα της Γεν.18, 20-23, όπου ο Αβραάμ με μεγάλη επιμονή απευθύνεται στον Κύριο και ικετεύει για να σωθούν τα Σόδομα χάρη στους πενήντα δικαίους, έπειτα χάρη στους σαράντα …. μέχρι χάρη στους δέκα δικαίους της πόλης. Έπειτα σκέπτομαι την παραβολή του Λκ.18, 2-5, όπου η χήρα ζητά επίμονα δικαιοσύνη από τον δικαστή. Σ΄αυτά τα κείμενα βρίσκουμε καθαρά αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε υπομονή του Κυρίου προς εμάς. Βρίσκουμε τον Κύριο, ο οποίος είναι υπομονετικός, ο οποίος ακούει, υποκύπτει στην επίμονη προσευχή. Η υπομονή του Κυρίου, η καλοσύνη του Κυρίου, η οποία φανερώνεται με την παραβολή της επίμονης χήρας, και σ’ αυτήν την περίπτωση, ας μου επιτραπεί η έκφραση «χάρη στην εξάντληση». Τελικά,  έχουμε και την Κατήχηση του Χρυσοστόμου, όπου ο Κύριος δέχεται τον εργάτη της πρώτης, της τρίτης, μέχρι και της ενδέκατης, τον τελευταίο εργάτη, σχεδόν σαν να τον περιμένει ακριβώς αυτόν η υπομονή του Κυρίου.

 

Πέρυσι ο Κύριος ήταν υπομονετικός για μας, για την αγωνία μας, για τον φόβο μας, για το αίσθημα ότι είμαστε ανυπεράσπιστοι, σχεδόν ανήμποροι μπροστά στην πανδημία του COVID19. Ήταν επίσης υπομονετικός μπροστά στη δυσφορία μας, σχεδόν μπροστά στην εξέγερσή μας για τα δραστικά μέτρα τα οποία εμπόδιζαν την συμμετοχή μας στις λατρευτικές τελετές, τις οικογενειακές ή φιλικές συναντήσεις μας, τις εκδηλώσεις  της πίστης μας, της ανθρωπιάς μας, η οποία αποτελείται από σχέσεις και συναντήσεις.

 

Ο Κύριος είναι πάντοτε υπομονετικός προς εμάς, είτε στην εξέγερσή μας, είτε στην απόκρυψή μας και στην αποστροφή μας. Ο Κύριος ποτέ δεν απομακρύνεται από εμάς, αντίθετα κατεβαίνει στον Άδη, στα κατώτερα μέρη της γης, για να τραβήξει έξω τον Αδάμ και την Εύα, και όλη την ανθρωπότητα (όλους εμάς), για να μας επαναφέρει στον Παράδεισο.

 

Κατά το Πάσχα ετούτο, (όπως για κάθε Πάσχα της ζωής μας), σας στέλνω την ευλογία μου και την ευχή μου: μείνετε σταθεροί και σε κοινωνία με ολόθερμη, διαρκή και επίμονη προσευχή προς Αυτόν «ο οποίος ακούει την προσευχή μας, και προσηλώνει το αυτί του στην ικεσία μας».

 

π. Εμμανουήλ Νιν

Αποστολικός Έξαρχος

 

 

Lettera Pastorale. Pasqua 2021

         “Se uno è pio e amico di Dio, goda di questa solennità bella e luminosa. Il servo d’animo buono entri gioioso nella gioia del suo Signore. Chi ha faticato nel digiuno, goda ora il suo denaro. Chi ha lavorato sin dalla prima ora, riceva oggi il giusto salario. Se uno è arrivato dopo la terza ora, celebri grato la festa. Se uno è giunto dopo la sesta ora, non dubiti perché non ne avrà alcun danno. Se uno ha tardato sino all’ora nona, si avvicini senza esitare. Se uno è arrivato solo all’undicesima ora, non tema per la sua lentezza: perché il Sovrano è generoso e accoglie l’ultimo come il primo. Egli concede il riposo a quello dell’undicesima ora, come a chi ha lavorato sin dalla prima. Dell’ultimo ha misericordia, e onora il primo. Dà all’uno e si mostra benevolo con l’altro. Accoglie le opere e gradisce la volontà. Onora l’azione e loda l’intenzione”. (Catechesi di San Giovanni Crisostomo).

Inizio questa mia lettera pasquale con questo paragrafo della Catechesi di San Giovanni Crisostomo che leggiamo, che proclamiamo con fede e con forza la notte di Pasqua, perché credo che essa riassuma e metta in evidenza quello che siamo e viviamo ogni anno nella Pasqua, e specialmente in questa seconda Pasqua nella pandemia. Il brano del Crisostomo centra quello che è non soltanto la realtà della nostra vita cristiana, ma anche quello che è il nostro rapporto con il Signore: siamo operai nella sua vigna, operai che magari abbiamo lavorato dalla prima ora con impegno e devozione in attesa del salario giusto; che magari siamo arrivati all’ora terza con l’anelito di essere accolti alla festa; forse giunti soltanto all’ora sesta ma fiduciosi di non essere respinti; forse ritardatari dell’ora nona che a stenti si avvicinano al lavoro ormai diventato soltanto serale; infine forse operai pigri, svogliati e giunti soltanto all’undicesima ora, ma pur sempre accolti da Colui che ha le braccia aperte all’ultimo come al primo, ha misericordia di chi non ha fatto quasi niente, e onora colui che gli ha dato tutto il suo tempo, tutta la sua vita. Perché il Signore, parafrasando l’ultima frase del testo, “…accoglie e gradisce… Onora e loda…”.

Questo brano della catechesi crisostomiana centra quello che è il nostro rapporto con il Signore specialmente in questi lunghissimi mesi di prova, di sofferenza, che all’inizio furono anche di ribellione da parte di tanti uomini e donne, che facevano affiorare dal cuore alle labbra quelle domande che erano anche preghiere: “Fino a quando, Signore… Per ché, Signore”. Domande, suppliche, grida che man mano, mentre i mesi passavano, sono diventate preghiere sicuramente di fede e di speranza in Colui che, come invochiamo nella tradizione bizantina, è “il medico delle nostre anime e dei nostri corpi”. Preghiere che però possono anche perdere forza, e quasi appiattirsi e accettare come qualcosa ineludibile quello che sta succedendo all’umanità intera. Quasi che noi i cristiani fossimo non dico caduti, ma ci fossimo adattati a una vita cristiana lontana dalle chiese, lontana dai fratelli e in qualche modo “coperta” dai mezzi e dalla tecnologia che ci aiuta certamente e ci permette di continuare a lavorare, a studiare, ma che a livello ecclesiale non potrà mai sostituire la vita di preghiera personale e comunitaria nelle chiese e come Chiesa, non sostituirà mai la vita sacramentale che è fondamentale per la nostra vita cristiana.

Mi soffermo soltanto nella dimensione della preghiera, e nel suo aspetto di fedeltà quotidiana, preghiera fatta nella chiesa, nella famiglia, nel proprio cuore cristiano. E qua faccio il collegamento con il brano del Crisostomo citato all’inizio: preghiera personale e preghiera comunitaria, ambedue ecclesiali sempre, in cui delle volte saremo operai della prima ora, pieni di zelo e di fervore, e delle volte saremo operai dell’undicesima ora, se non pigri certamente svogliati e deboli. Sempre però fiduciosi che il Signore è paziente con noi, sia la nostra preghiera fervida ed insistente, sia forse fiacca, fiduciosi nella consapevolezza che Lui sempre “accoglie le opere e gradisce la volontà. Onora l’azione e loda l’intenzione”.

Il prolungarsi nel nostro mondo della pandemia del coronavirus, i lunghissimi mesi uno dopo l’altro in cui siamo quasi inchiodati in una attesa dell’arrivo della fine delle sofferenze, grazie a un vaccino che ci porti la guarigione, certamente, ma soprattutto ci riporti quella libertà che sentiamo che ci è stata strappata o quasi sequestrata, mi ha portato spesso a pensare alla pazienza necessaria ad affrontare il momento attuale. Infatti, tante volte l’un l’altro abbiamo cercato di incoraggiarci con il desiderio e l’augurio di una buona dose di attesa e di pazienza.

E adesso, alle porte della Pasqua che quest’anno da noi in Grecia ci capita già ben inoltrata la primavera, penso spesso anche alla pazienza del Signore, a Lui stesso che sempre è paziente verso di noi, e ci sopporta sempre, sia quando come all’inizio della pandemia e delle restrizioni eravamo arrabbiati per le rinunce a cui le restrizioni ci obbligavano -l’anno scorso ci rivoltavamo contro quel “non poter fare…, non poter andare…”-, sia adesso quando il prolungarsi della pandemia e delle restrizioni ci ha quasi appiattiti e ci ha fatto perdere anche la voglia di dire, di chiedere, di pregare.

Il Signore è sempre paziente verso di noi, sia quando siamo insistenti nella nostra preghiera, sia anche quando forse ci lasciamo andate a un appiattimento, quasi una noncuranza, quasi non ci importasse più il quando ed il come finirà questa situazione che ci mette a prova da più di un anno. Il Signore ci aspetta sempre, ci accoglie sempre, sia alla prima che all’undicesima ora. Nella mia lettera per la Quaresima di quest’anno vi incoraggiavo a vivere questo periodo “con preghiera e attenzione”, “…με προσευχή και προσοχή”. E adesso, alle porte della Pasqua sottolineo ancora questo doppio aspetto, la preghiera e la vigilanza, l’attenzione. Ma evidenziando soprattutto il primo: “con preghiera… με προσευχή”, una preghiera insistente, forte, costante che ci sprona a bussare continuamente alla porta della misericordia del Signore. Quando ero Rettore del Pontificio Collegio Greco a Roma, dicevo tra il serio ed il faceto che i seminaristi riuscivano delle volte ad ottenere un permesso -da me forse negato loro in un primo momento-, riuscivano ad ottenerlo “per via di esaurimento”, così mi piaceva chiamarlo, esaurimento mio e non loro certamente. Nella Sacra Scrittura troviamo esempi di questa preghiera insistente fatta nella parresia più totale verso il Signore. Penso al testo di Gen 18,20-33 con Abramo che insistentemente alla presenza del Signore intercede per quei cinquanta, quarantacinque… fino a dieci uomini giusti di Sodoma. Poi la parabola di Lc 18,2-5 con la vedova insistente presso il giudice. In questi testi troviamo ben evidenziata quello che potremo chiamare la pazienza del Signore verso di noi. Il Signore che è paziente, che ascolta, che subisce l’insistente preghiera di Abramo. La pazienza del Signore, la sopportazione del Signore messa in evidenza con la parabola della vedova insistente, anche qua quasi “per via di esaurimento”, mi si consenta l’espressione. Infine, pure la Catechesi del Crisostomo in cui il Signore accoglie l’operaio della prima, della terza, fino a quello dell’undicesima, l’ultimo arrivato, quasi la pazienza del Signore lo portasse ad aspettarlo, proprio lui.

         L’anno scorso il Signore fu paziente verso di noi nella nostra angoscia, nella nostra paura, nel nostro sentirci indifesi, quasi impotenti di fronte alla pandemia Covit-19, e fu paziente anche verso la nostra insofferenza e quasi ribellione di fronte sia alle misure drastiche imposte dallo stato per il nostro bene, per il bene dell’intera umanità sicuramente, misure che ci impedivano la partecipazione alle celebrazioni liturgiche, gli incontri familiari o tra amici, manifestazioni della nostra fede, della nostra umanità fatta di relazioni e di incontri.

         Il Signore è sempre paziente verso di noi, sia che siamo ribelli, sia che siamo appiattiti e svogliati, il Signore che da noi non si allontana, mai e mai, anzi scende nell’Ade, negli inferi per tirarne fuori Adamo ed Eva e tutta l’umanità e riportare loro e noi in Paradiso.

         In questa Pasqua vi mando la mia benedizione e l’augurio di rimanere fermi ed in comunione nella preghiera fervente, costante ed insistente presso Colui che “ascolta la nostra preghiera, che porge il suo orecchio alla nostra supplica”.

+P. Manuel Nin

Esarca Apostolico

 


mercoledì 31 marzo 2021

 


Il senso sacramentale del popolo di Dio.

Da quando sono arrivato ad Atene, spesso il sabato mattina faccio delle passeggiate in centro città. Mi piace andare alla zona di Monastiraki, dove la città di Atene diventa paesino nell’intreccio delle stradine piccole, profumate e colorate che ti ricordano che siamo alle porte dell’Oriente. Visito i negozi di icone, di parati liturgici, dove ormai conosco le persone che lì lavorano, e loro mi conosco anche. Pure nei lunghi mesi della pandemia Covit-19 fino ai nostri giorni, quando i negozi sono o dovrebbero essere chiusi, faccio le stesse passeggiate ed è bello ed anche divertente vedere le serrande dei negozi chiuse dal tutto o a metà, magari col cartellino attaccato alla porta che dice: “ κλειστό/ chiuso”, ma dietro le serrande o le vetrine si intravedono i commercianti, che stanno lì quasi aspettando che qualcuno si avvicini a guardare o curiosare, per invitarlo ad entrare quasi di nascosto, con la speranza di vendere qualcosa, e magari, in questo periodo di pandemia e di crisi, proponendo la merce a metà prezzo, sempre con la premessa e quasi l’accordo complice tra venditore e cliente che, nel caso ci fosse un controllo della polizia, si è lì per un semplice “buongiorno” tra amici.

Già prima della pandemia e durante questi lunghi mesi di prova, e posso dire dal primo giorno del mio arrivo ad Atene, i commercianti mi hanno accolto sempre con grande cordialità, gentilezza, quasi venerazione e sempre col bacio della mano, e questo a prescindere che io sia cattolico o ortodosso. Come se loro stessero -e sicuramente lo stanno!- al di sopra delle vecchie divisioni, discussioni ed anche rancori che purtroppo affiorano ancora tra noi cristiani. E mi sono accorto subito che da parte dei commercianti non si tratta di un saluto o un bacio della mano possiamo dire “interessato”, magari in vista che io possa acquistare qualcosa tra i loro prodotti che sono lì in vendita. Per loro, per quei commercianti, per la stragrande maggioranza del popolo fedele in Grecia, popolo semplice ed onesto, io sono un vescovo e come tale deve essere trattato ed anche diciamo venerato. Senza troppe spiegazioni il popolo capisce che l’episcopato, e tutti i sacramenti, vanno oltre alle divisioni ecclesiali che hanno ferito e feriscono tante vote i rapporti cristiani ed umani tra coloro che abbiamo ricevuto lo stesso battesimo, tra coloro che siamo discepoli dello stesso Signore nostro Gesù Cristo.

Questo mi ha portato a pensare a quello che potremo chiamare il “senso sacramentale del popolo di Dio”. Per quei commercianti, per tanti donne e uomini che incroci per la strada, sei un vescovo, il padre di una comunità, di una Chiesa cristiana, e per questo la richiesta di preghiera, di benedizione, il bacio della mano sorge direi spontaneo dal cuore di queste persone. E ho capito che questa dimensione “sacramentale” dell’accoglienza fatta da parte del popolo di Dio, senza distinzioni confessionali di nessun genere e senza nessun tipo di pregiudizi, ma nella comunione dell’essere cristiani, si deve manifestare da parte del vescovo, nella sua preghiera, nella benedizione data nel palmo delle mani che aperte il fedele ti offre quasi fosse una richiesta pressante, ed anche sempre da parte del vescovo nel ricevere ed accogliere quel bacio filiale sul dorso della mano. Da parte del fedele si manifesta in quel invitarti ad entrare nella sua casa, nel nostro caso nel suo negozio, offrirti sempre un bicchiere d’acqua o il caffè, e soprattutto il sorriso gentile e la parola di benvenuto che in quel contesto diventano, acqua e parola, la presenza reale dell’amore di Cristo e per Cristo che sgorga dal cuore del popolo di Dio.

Possiamo dire che nelle stradine ateniesi ti trovi con le realtà allo stesso tempo divine e umane intrecciate nel vivere quotidiano, con la normalità della gente semplice e buona, che ha imparato a guardare la realtà in chiave sacramentale.



domenica 28 marzo 2021

“Benedetto vescovo, emerito di Roma”. A proposito della rinuncia di Benedetto XVI.

          Otto anni dopo le dimissioni di papa Benedetto XVI l’11 febbraio 2013, escono ancora oggi articoli e commenti su quel fatto che scombussolò e scosse se non altro la vita della Chiesa Cattolica, articoli e commenti con delle valutazioni ecclesiologiche e soprattutto canoniche molto diverse, valutazioni e opinioni che nella sua maggioranza ne sottolineano direi la validità, mentre altre puntano ancora sull’eventuale invalidità canonica di tale decisione. Tutte le opinioni concordano, comunque, sulla necessità di dare e stabilire alcuni parametri canonici in vista del futuro, per questa situazione nuova nella Chiesa. Qualcuno dirà forse che queste mie brevi pagine sono semplicemente un “bel esercizio mentale”. Forse… Vogliono essere comunque, senza pretese, una riflessione ecclesiale ed ecclesiologica.

          Premetto per prima cosa che non sono canonista; e poi per quello che mi risulta, non esiste una legislazione precisa sulla rinuncia di un papa, sul come debba o possa avvenire, e soprattutto sullo status e situazione di colui che, rinunciando al ministero episcopale a Roma, diventa “emerito”. Soltanto il canone 332.2 del CIC accenna alla rinuncia del papa, che deve essere fatta nella libertà e manifestata pubblicamente. In più siamo di fronte alla scelta del titolo da dare a questo “emerito”, titolo che ancora bisogna precisare bene: se “papa oppure vescovo di Roma emerito”, o altri titoli più imprecisi ancora nel momento attuale: “papa emerito ridiventato cardinale…”, proponeva qualcuno. La dicitura può essere varia e dovranno essere non soltanto i canonisti ma anche i teologi che -e questo credo che sia necessario farlo nell’immediato futuro per evitare altri equivoci-, dovranno appunto redigere delle norme canoniche su questa situazione diciamo “nuova”, ed anche sui titoli da dare ad essa, titoli che ne chiariscano il fatto e non creino ulteriore confusione.

          Sembra che papa Pio XII avesse contemplato una sua eventuale rinuncia in diversi momenti del suo pontificato, sia verso la fine della sua vita, quando anziano e malato non si sentiva con le forze necessarie a svolgere il suo ministero, sia specialmente durante la Seconda guerra mondiale e nel periodo in cui Roma era stata occupata dai soldati tedeschi e quindi incombeva il pericolo reale di un sequestro del papa da parte dell’esercito occupante. Non ho consultato gli archivi e non so se esista o no un vero e proprio “testamento” o delle disposizioni al riguardo da parte di papa Pacelli, ma dalla lettura di biografie e memorie di ecclesiastici che furono presenti a Roma in quel periodo storico, sembra che il papa avesse detto ai suoi più immediati collaboratori che, nel caso in cui le truppe tedesche sequestrassero il papa, queste si troverebbero di fronte, cioè avrebbero in mano, “non Pio XII ma il cardinale Pacelli”. Il papa contemplava forse il divenire quasi “automatico” della sua rinuncia e dello scadere del suo ministero apostolico come vescovo di Roma e papa, ed un “ritorno / ritrovarsi” ad essere soltanto cardinale di Santa Romana Chiesa, nel caso di un suo sequestro e quindi della perdita della sua libertà nell’esercitare il suo ministero come vescovo di Roma? Dalla sua frase sopra citata, sembrerebbe che lui contemplasse appunto questo suo ritorno nel collegio dei cardinali.

          Altre situazioni di possibili rinunce papali per malattia o incapacità fisica o mentale, pare siano state contemplate sia da Paolo VI che da Giovanni Paolo II. Sembra infatti che ambedue i papi, oggi santi, prospettassero la possibilità di una loro rinuncia, soprattutto nel caso di gravi malattie fisiche o mentali che ne impedissero la libertà e la lucidità mentale nell’esercizio nel loro ministero episcopale a Roma.

La domanda che ci poniamo è: con quale titolo e soprattutto con quale ruolo e situazione ecclesiale si dovrebbe trovare o presentare colui che diventa “vescovo emerito” nella sede romana? Pio XII sembra che prevedesse, come abbiamo visto e per quel poco che si sa, un “ritorno” automatico al cardinalato nel caso di una sua eventuale rinuncia o impedimento grave per poter svolgere il suo ministero. Non mi risulta poi quale “soluzione” avessero contemplato per questa eventualità sia Paolo VI sia Giovanni Paolo II.

Avvenuta poi la rinuncia di papa Benedetto XVI, è stato deciso in linea di massima di adoperare il titolo o la forma di “papa emerito / sommo pontefice emerito”, benché personalmente suggerirei la forma forse più precisa di “Benedetto vescovo emerito di Roma”. Nel “già pronto per la stampa” -mi si permetta questa espressione- “De funere Summi Pontificis emeriti”, cioè il rituale per le esequie del sommo pontefice emerito, vediamo che nel titolo si è preferita la forma “sommo pontefice emerito”, e nei testi liturgici all’interno di questa celebrazione si adopera -e qua per rigore scientifico dico che cito soltanto il ricordo che ho a partire dalle bozze alla cui redazione ho collaborato tempo fa, e non il testo definitivo che non ho visto-, si adoperano i titoli di “papa emerito” oppure “vescovo emerito”.

Quindi a livello di titolo, credo sia da preferire quello di “N. vescovo emerito di Roma”, oppure qualcuno suggeriva “N. vescovo emerito di Roma e papa” per sottolineare il ruolo di “papa” che per la stragrande maggioranza del popolo fedele ha il vescovo di Roma. Infatti, la dimensione di giurisdizione universale che ha ed esercita il papa, ce l’ha e l’esercita appunto in quanto è vescovo di Roma. I titoli che fino ai nostri giorni ha il vescovo di Roma -Vicario di Cristo, Sommo Pontefice, Papa-, sono titoli strettamente legati appunto al suo essere in primo luogo vescovo, e quindi vescovo di Roma in modo speciale. È evidente che il “papato”, il “sommo pontificato” fanno parte di questo suo essere vescovo, e vescovo di Roma. Comunque, non dimentichiamo che ogni vescovo è vicario di Cristo per la sua Chiesa -come lo è anche ogni abate nel suo monastero, come afferma San Benedetto nella sua Regola. Ogni vescovo poi è “pontifex” nella sua Chiesa, specialmente quando annuncia e predica il Vangelo, quando celebra i Santi Misteri (nella tradizione bizantina ogni vescovo viene chiamato Δεσπότης -signore, capo di casa- e Aρχιερέας -sommo sacerdote). Ogni vescovo infine è “papa / padre” nella sua Chiesa, nella paternità della guida sicura, dell’ascolto, dell’accoglienza, della misericordia e del perdono. La tradizione dava il titolo di “papa” anche al vescovo di Cartago, e lo dà ancora al patriarca di Alessandria in Egitto. Questi diversi “titoli”, dimensioni se si vuole dell’episcopato in tutte le Chiese cristiane, assumono una appropriazione ed un ruolo speciale nel vescovo di Roma in quanto la Chiesa Cattolica gli riconosce una missione ed una giurisdizione universale ed immediata appunto su tutta la Chiesa Cattolica, da Oriente ad Occidente.

          Tornando al tema iniziale di queste pagine: la rinuncia di Benedetto XVI è valida? Oppure è stata e rimane canonicamente invalida? Direi che nella mancanza odierna di una legislazione canonica precisa e definitiva su questo punto -oltre al canone del CIC sopra citato-, ci sono tre aspetti nella Declaratio del 13 febbraio 2013 fatta da papa Benedetto XVI che, secondo me, rendono valida a tutti gli effetti la sua rinuncia.

          In primo luogo, la rinuncia è avvenuta nella totale libertà, di coscienza e di fede. Cito il testo della Declaratio: “Dopo aver ripetutamente esaminato la mia coscienza davanti a Dio (conscientia mea iterum atque iterum coram Deo explorata), sono pervenuto alla certezza che le mie forze, per l’età avanzata, non sono più adatte per esercitare in modo adeguato il ministero petrino… Per questo, ben consapevole della gravità di questo atto, con piena libertà, dichiaro di rinunciare al ministero di Vescovo di Roma… (…plena libertate declaro me ministerio Episcopi Romae, Successoris Sancti Petri, renuntiare…)”. Decisione quindi presa nella libertà, presa davanti a Dio, presa per il bene della Chiesa.

          In secondo luogo, la rinuncia è avvenuta “in conspectu Ecclesiae Romanae”, cioè non in una udienza generale bensì di fronte al collegio cardinalizio che, per il vescovo di Roma ha o dovrebbe avere, non lo dimentichiamo mai, una dimensione quasi sinodale. Il testo della Declaratio è chiaro dall’inizio: “Carissimi Fratelli (Fratres carissimi), vi ho convocati (vos convocavi) a questo Concistoro… per comunicarvi (communicem) una decisione di grande importanza per la vita della Chiesa…”. Notiamo l’importanza ecclesiale che il papa dà alla sua decisione: “Fratelli…, convocati…, comunicarvi…, per la vita della Chiesa…”.

          In terzo luogo, l’annuncio della rinuncia si conclude con una frase del papa, che dà alla sua decisione un valore direi chiaramente canonico, legale e definitivo -quasi fosse tacitamente quel “decernimus / stabiliamo… decretiamo” che si trova negli atti di canonizzazioni e in altri decreti papali: “Per questo, ben consapevole della gravità di questo atto, con piena libertà, dichiaro di rinunciare al ministero di Vescovo di Roma, successore di San Pietro, (declaro me ministerio Episcopi Romae, Successoris Sancti Petri, renuntiare…), a me affidato per mano dei Cardinali il 19 aprile 2005, in modo che, dal 28 febbraio 2013, alle ore 20.00, la sede di Roma, la sede di San Pietro, sarà vacante (ita ut a die 28 februarii MMXIII, hora 20, sedes Romae, sedes Sancti Petri vacet) e dovrà essere convocato, da coloro a cui compete, il Conclave per l’elezione del nuovo Sommo Pontefice”.

Ho evidenziato in grassetto quelle parole che, secondo me, danno e assicurano la validità canonica ed ecclesiale della decisione di papa Benedetto XVI, cioè che alle ore 20.00 del 28 febbraio 2013 “…la sede di Roma, la sede di San Pietro, sarà vacante…”, fino all’elezione di colui che dovrà occuparla. La sede di Roma è stata quindi vacante dal 28 febbraio fino che è stato eletto il nuovo vescovo di Roma nella persona del cardinale Jorge Mario Bergoglio, che eletto ha assunto il nome di Francesco. Colui che occupava la sede romana fino alle ore 20.00 del 28 febbraio, è diventato emerito non nel suo essere vescovo, ma si nel suo esserlo nella sede di Roma. Quindi ci poniamo la domanda: gli altri titoli episcopali legati tradizionalmente e strettamente alla sede romana: Papa, Sommo Pontefice, Vicario di Cristo… rimangono associati alla sede vacante fino all’elezione del nuovo vescovo di Roma? Direi di sì, senza ombra di dubbio. Per tanto la frase: “…dichiaro di rinunciare al ministero di Vescovo di Roma…”, suppone la rinuncia anche al papato e al sommo pontificato nella sede di Roma e per tutta la Chiesa Cattolica.

          Dicevo all’inizio che queste mie brevi pagine possono sembrare semplicemente un “bel esercizio mentale”. Ed è anche vero. Le ritengo comunque se non altro, e senza pretese, una riflessione ecclesiale ed ecclesiologica. Per concludere torno sul titolo da dare a colui che diventa emerito nella sede romana. Proponevo come miglior titolo il: “Benedetto vescovo emerito di Roma”. Aggiungerei comunque una virgola dopo la parola vescovo, per salvaguardare anche nella forma il sacramento dell’episcopato in ogni persona che ne ha ricevuto l’ordinazione. Quindi concludo con la proposta del titolo: “Benedetto vescovo, emerito di Roma”.